Σάββατο, 16 Φεβρουαρίου 2013

Ένα κομμάτι ουρανός

στον Νίκο Σιδέρη*

Όλα ξεκίνησαν με ένα κομμάτι γαλάζιο ουρανό – σαν φεγγίτης στο κελί φυλακισμένου που πέρασε χρόνια ολόκληρα μέσα σε βροχές και καταιγίδες. Με το τζαμάκι να βρέχεται και τα νερά να σχηματίζουν μικρά ρυάκια, ή λίγο πιο ζωηρά τρεχούμενα ποταμάκια, πάνω στη γυαλάδα του. Καθόταν και τα κοίταζε αφού δεν είχε τίποτε καλύτερο να κάνει. Καθισμένος στην καρέκλα, δίπλα στο τραπέζι. Ξύλινα και τα δυο. Και άβαφα, τραχιά. Άλλοτε με το κεφάλι στηριγμένο στον αγκώνα που ακουμπούσε στο τραπέζι και άλλοτε με τα δυο χέρια ανάμεσα στα πόδια, σαν να προσπαθούσαν να ζεσταθούν. Και το κεφάλι ψηλά, κατά το φεγγίτη. Όταν φύσαγε προς τα εδώ, η βροχή χτυπούσε πάνω στο τζαμάκι με ένα συνεχές και ρυθμικό κροτάλισμα. Συνήθως του άρεσε γιατί αυτή η ρυθμική επανάληψη έμοιαζε με μουσικό θέμα. Είχε φανταστεί και είχε ζήσει ολόκληρες συμφωνίες, κοντσέρτα, μουσικές βραδιές.

Είχε και κρύο εκεί μέσα. Λες και τρύπωνε από παντού, αλλά κυρίως από το τζάμι, μαζί με την υγρασία που έκανε την εσωτερική του επιφάνεια να γλιστρά. Εκεί όπου έσερνε πολλές φορές το δάχτυλο, διαγράφοντας αόριστα σχήματα που έδιναν διέξοδο στη φαντασία και στη σιωπή του. Ευθείες γραμμές, τεθλασμένες, καμπύλες, σπιράλ, μουντζούρες. Το δάχτυλο υγραινόταν και κρύωνε. Όλα γίνονταν μονοκοντυλιά, χωρίς να το σηκώσει καθόλου από το κρύο και υγρό τζάμι. Κάποτε σταματούσε και προσπαθούσε να κοιτάξει έξω, μέσα από τα αλλόκοτα σχήματα που οι σταγόνες της υγρασίας έτρεχαν να σβήσουν ορμητικές.

Ο κόσμος μέσα από τα σχέδια εμφανιζόταν κομματιαστός, αποσπασματικός. Για να τον κοιτάξει διάλεγε τη γωνία που του έφερνε στα μάτια κάποιο γνώριμο περίγραμμα, ένα οικείο είδωλο. Αν και η βροχή ήταν πάντοτε αρκετή και ο άνεμος φυσούσε δυνατά, μερικές φορές κατάφερνε να διακρίνει κάποια μορφή μέσα σε αυτήν την ανεμοδούρα. Τα φρύδια σηκώνονταν ψηλά, ανοίγοντας το τόξο τους, και το μάτι ζωντάνευε, προσπαθώντας να διαπεράσει το τζάμι. Εκεί που κάποιος βιαστικός διακαμός διάβαινε το δρόμο περνώντας στο απέναντι πεζοδρόμιο, ή έτρεχε να προλάβει το λεωφορείο που είχε σταματήσει στη στάση. Η ζωή εκεί έξω συνεχιζόταν στους δικούς της ρυθμούς και με τους δικούς της κανόνες. Ανεύθυνα πολλές φορέςτις περισσότερες. Τα έβλεπε όλα αυτά και προσπαθούσε να καταλάβει, να τα εντάξει και να μπορέσουν να συνυπάρξουν όλα μαζί.

Στο τραπέζι υπήρχε μια λάμπα πετρελαίου. Για την περίπτωση που τον κούραζε το ηλεκτρικό φως. Πολλές φορές για τη νύχτα, όταν διάβαζε ή όταν, ξαπλωμένος στο σκληρό κρεβάτι, του άρεσε να βλέπει τα νερά στο τζάμι να γυαλίζουν στο φως της λάμπας. Τον βοηθούσε να φαντάζεται, να ονειρεύεται. Έτσι όπως τρεμόπαιζαν, αποτελούσαν την ιδανική προσομοίωση κίνησης μέσα σε ένα δωμάτιο όπου όλα ήταν ακίνητα. Και έβλεπε ανθρώπους, κεριά, σημαίες, ονόματα και φωνές. Το φως στο δωμάτιο δεν παρουσίαζε μεγάλες μεταβολές με τέτοιον καιρό. Επειδή δεν υπήρχε ήλιος, δεν σχηματίζονταν ποτέ σκιές. Και όταν δεν υπάρχουν σκιές, δεν υπάρχει ο απότομος και κοφτερός διαχωρισμός του ενός αντικειμένου από το άλλο, της μιας κατάστασης από την άλλη, της πραγματικότητας από τη φαντασία. Δεν υπήρχαν έντονες αυξομειώσεις στη φωτεινότητα. Το δωμάτιο άρχιζε να φωτίζεται με αργούς ρυθμούς και κάποια στιγμή αποκτούσε μια μέγιστη φωτεινότητα, που πάλι κάποια στιγμή άρχιζε να φθίνει πολύ αργά, μέχρι την πλήρη συσκότιση. Και ένα σημαντικό θέμα, βέβαια, ήταν πως δεν υπήρχαν χρώματα. Η απουσία του ήλιου και η διαρκής συννεφιά αφαιρούν μεγάλα μέρη του φάσματος και όλα πλέον κινούνταν στην περιοχή του γκρι. Μαλακό γκρι, έντονο γκρι, φωτεινό γκρι, μουντό γκρι, σκούρο γκρι – μαύρο. Αυτή ήταν η μέρα. Και, πολύ συχνά, τρεμουλιαστό γκρι εξαιτίας της βροχής, που έδινε κίνηση στον κόσμο του μέσα από τη ροή της.

Κάποιες φορές καθόταν στο πάτωμα, κάτω από το παράθυρο, με την πλάτη κολλημένη στον τοίχο. Ήθελε σκόπιμα να νιώσει την υγρασία και την ανατριχίλα της ψύχρας στη σπονδυλική του στήλη. Μάζευε τα πόδια λυγίζοντας τα γόνατα και περνώντας τα χέρια γύρω τους. Η υγρασία που τον διαπερνούσε σε συνδυασμό με το ασταμάτητο χτύπημα της βροχής στο τζάμι του έφερναν ρίγη αυτοσυγκέντρωσης. Λες και ξαφνικά άνοιγε η αυλαία του μυαλού και της ψυχής του και περπατούσε σε ένα παράλληλο σύμπαν. Κάπου όπου όλα ήταν άυλα και διαυγή, ευκρινή. Κάπου όπου δεν υπήρχε λόγος και λέξεις, δεν χρειάζονταν. Όλα γίνονταν και ανταλλάσσονταν με σκέψεις και αισθήσεις. Ένας κόσμος επιστημονικής φαντασίας θα μπορούσε να πει κάποιος. Ίσως. Ένα βαθύ και αόριστο μέλλον από άλλες διαστάσεις. Ένα αιώνιο και αέναο Ασυνείδητο. Ναι, αυτό ήταν. Η διάσταση του Ασυνείδητου. Εκεί εισχωρούσε. Ποτέ δεν κατάλαβε από πού έμπαινε, ποια ήταν η πόρτα ή η νοητική διαδικασία που τον έφερνε εκεί μέσα. Ήξερε όμως πώς να το προκαλεί. Μάλλον γεννήθηκε με αυτή τη γνώση. Αρκούσε να καθίσει με την πλάτη σε έναν υγρό τοίχο και να μαζέψει τα πόδια. Όλα τα υπόλοιπα έρχονταν από μόνα τους. Αυτός απλώς αφηνόταν να αιωρηθεί μέσα σε αυτήν την ακαθόριστη έλλειψη βαρύτητας. Κάθε ανατριχίλα στην πλάτη ήταν και μια νέα διαδρομή. Άκουγε ήχους, κυρίως νερά να τρέχουν, και τον άνεμο να φυσά και να τρυπώνει σε κάθε σοκάκι, παρασέρνοντας ό,τι έβρισκε στο πέρασμά του. Στον άνεμο αφηνόταν, ενώ τα νερά τον διατηρούσαν στην άλλη διάσταση και του εξασφάλιζαν την παραμονή του στη χώρα του Ασυνείδητου. Ήταν φορές που επιθυμούσε όσο τίποτε άλλο να τρέξει και να καθίσει δίπλα στον τοίχο για να "ταξιδέψει". Όχι όταν βρισκόταν σε ένταση, όχι όταν ζούσε στο κέντρο της ζωής και των γεγονότων. Κάποιες άλλες στιγμές. Συνήθως πρωί-πρωί, μόλις ξυπνούσε, και αργά το βράδυ, όταν όλα ησύχαζαν και ήξερε πως οι άνθρωποι κοιμούνταν. Η εξήγηση ήταν μάλλον εύκολη. Ερχόμενη από τον ύπνο ή προετοιμαζόμενη να πάει πάλι κοντά του, η Ύπαρξη βρισκόταν στην πύλη του Ασυνείδητου. Εκεί όπου τα όρια είναι εύκολα περατά και από τη μια στιγμή στην άλλη βρίσκεσαι "απέναντι". Όπως συμβαίνει με τα μικρά παιδιά, που μόλις έφτασαν σε αυτόν τον κόσμο των διαστάσεων και είναι ακόμη "αθώα", χωρίς καταγραφές μέσα τους και με πολύ πρόσφατο τον πρωθύστερο κόσμο, αλλά και με τους πολύ ηλικιωμένους ανθρώπους, που ατενίζουν το επέκεινα και διακρίνουν θολά αόρατους χαιρετισμούς και γνεψίματα.

Ανύπαρκτες ώρες – "ανύπαρκτος χρόνος", όπως έλεγε. Η ζωή γινόταν ένα αχανές νεφέλωμα και οι άνθρωποι άστρα. Το φως ήταν πια η συνδετική ύλη ανάμεσά τους και ο χρόνος έθετε σε περιδίνηση το χάος. Το στριφογυρνούσε στο άπειρο, σχηματίζοντας όλους εκείνους τους ελλειπτικούς γαλαξίες που βλέπουμε να αιωρούνται στο πανάρχαιο Ασυνείδητο. Από την ώρα που ήλθαμε στη Γη αναζητούμε το μάτι του κοσμικού γαλαξία, τον πυρήνα του προαιώνιου νεφελώματος. Τον ομφαλό μας.

Γέλασε. Μάλλον αυτό αναζητούσε κάθε φορά που ακουμπούσε την πλάτη του στον τοίχο. Λες και ο τοίχος γινόταν ο βατήρας, ο πύργος εκτόξευσης μιας πανάρχαιας ψυχής προς το σύμπαν.

Όλα ξεκίνησαν με ένα κομμάτι γαλάζιο ουρανό.


* Ο Νίκος Σιδέρης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1952 και σπούδασε Ιατρική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Στη συνέχεια εγκαταστάθηκε στο Παρίσι για μεταπτυχιακές σπουδές (ειδικότητα Ψυχιατρικής, Ιστορία και Νευροψυχολογία-Νευρογλωσσολογία). Είναι διδάκτωρ του Τμήματος Ψυχολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου και διδάσκων ψυχαναλυτής, μέλος της Ψυχαναλυτικής Εταιρείας του Στρασβούργου (E.P.S.) και της Ευρωπαϊκής Ομοσπονδίας Ψυχανάλυσης (FEDEPSY). Εργάζεται στην Αθήνα ως ψυχίατρος, ψυχαναλυτής και οικογενειακός θεραπευτής. Έχει διδάξει, μεταξύ άλλων, στο Τμήμα Ψυχιατρικής του Τμήματος Ιατρικής του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, στο Κολέγιο Αθηνών και στο Deree College. Διδάσκει στη Σχολή Αρχιτεκτόνων του Ε.Μ.Π. το μάθημα «Αρχιτεκτονική και Ψυχανάλυση» και στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών το μάθημα «Εικαστική Δημιουργία και Φαντασίωση του Καλλιτέχνη: Η περίπτωση του Ερωτισμού».

Έχει εκδώσει, στις Εκδόσεις Καστανιώτη, τις ποιητικές συλλογές Γκο (1983), Περίπλους ή Ανατροπή των ονομάτων (1990), και Τρυφερός κωπηλάτης (2000), τη μελέτη Η εσωτερική διγλωσσία (1995), το δοκίμιο Και όμως μιλάνε – Έφηβος λόγος (1999), καθώς και τα μυθιστορήματα Ερωτικό τραγούδι (1998) και Η μπαλάντα της σκόνης (2003). Στις Εκδόσεις Futura τη μελέτη Αρχιτεκτονική και Ψυχανάλυση: Φαντασίωση και Κατασκευή (2006). Στις εκδόσεις Opportuna τη μελέτη Ο Φρόυντ κρυπτο-κόκκινος; Ιστορία, Θεωρία, Φαντασίωση και το δοκίμιο Οικογένεια και νέες μορφές γονεϊκότητας (2010). Στις Εκδόσεις Μεταίχμιο τα δοκίμια Όπως ειπώθηκαν εκεί και ακούστηκαν — Μυστικά και αλήθειες από το ντιβάνι του ψυχαναλυτή (2008), Τα παιδιά δεν θέλουν ψυχολόγο. Γονείς θέλουν! (2009),  Δεν παίζεις μόνο εσύ. Υπάρχουν κι άλλοι! Ήθος και τέχνη της ανθρώπινης σχέσης (2010), Ο ερωτισμός στην τέχνη, εικαστικές φαντασιώσεις (2010), την ποιητική συλλογή Η τέχνη του κόκκου (2011) και το μυθιστόρημα Ένα τραγούδι για τον Ορφέα (2011).