Παρασκευή, 11 Ιανουαρίου 2013

Στο Γόρδιο με τον Μικρό Ναυτίλο

 
Εκείνη την εποχή διάβαζα τα ΑΝΟΙΧΤΑ ΧΑΡΤΙΑ του Οδυσσέα Ελύτη αλλά και τον ΜΙΚΡΟ ΝΑΥΤΙΛΟ του - χρυσός οδηγός μου τότε. Η περίφημη φράση με το "πρέπει" φώτιζε το δρόμο μου. Ποτέ βέβαια δεν πίστεψα πως η λέξη διαγράφεται από το υπαρξιακό λεξιλόγιό μας. Ίσα-ίσα, το αντίθετο... Εξάλλου, τι άλλο έδειχνε ο Αλέξανδρος όταν σήκωνε το σπαθί του στο Γόρδιο; 

Ο ποιητής δεν παρότρυνε τους νέους να αντισταθούν στο πρέπει όταν τους έλεγε να το γδάρουν. Μάλλον την περιέργειά τους ήθελε να κεντρίσει για να ανακαλύψουν τι κρύβεται από κάτω. Να ανασηκώσουν τη βαριά, ασήκωτη επιταγή του και να κοιτάξουν μέσα του. Να κομματιάσουν με μια σπαθιά τα έξι γράμματα για να μπορέσουν να προχωρήσουν. Γιατί πίσω από κάθε πρέπει υπάρχει ένα ολόκληρο μέλλον. Υπάρχει ένας ολόκληρος κόσμος που δεν τόλμησε να βγει στην επιφάνεια και αφέθηκε να ταλανίζεται στις σιωπές και στις φοβίες του. Στις ένοχες ή και ενοχικές επικρίσεις και στις θλιβερές και μονότονες αποσύρσεις. Τις περισσότερες φορές τα πράγματα αφήνονται με απάθεια να ακολουθούν το δικό τους, αυτοσχέδιο δρόμο. Χωρίς την τόλμη για αλλαγή ή κάποιου είδους παρέμβαση. Τόσο η μέρα όσο και η νύχτα είναι σκοτεινές. Οι πράξεις παραμένουν αθόρυβα βυθισμένες σε αιώνιες εμμονές, χωρίς καμιά ένδειξη ανάτασης. Δεν υπάρχουν ζωντανές αρτηρίες με κόκκινο αίμα, παρά μόνο μαύρες φλέβες με σκοτεινές και θολές μνήμες. Φλέβες που διακλαδίζονται στις αχανείς και άνυδρες εκτάσεις μιας Ασίας κίτρινης και σκονισμένης. Τρέχουν και χάνονται μέσα στη γη, βυθίζονται σαν τρομαγμένα και ζαλισμένα φίδια που τινάζονται στον πρώτο μηχανικό ήχο.

Αλυσίδες σέρνουν μηχανές. Η πολεμική ιαχή του ανεξάντλητου και ανομολόγητου νεανικού πάθους σκίζει τους αιθέρες και ο βασιλιάς εμφανίζεται καβάλα στο σκούρο άλογό του, που σταματά σηκώνοντας τα μπροστινά του πόδια και ένα σύννεφο σκόνης. Μέσα στα μάτια του κρύβει τον ήλιο και δυο αστραπές. Η βοή που είχε αρχίσει να κατακλύζει ολόκληρη την Ανατολή δυνάμωνε. Λουσμένος στη σκόνη, έμοιαζε με μπρούτζινο αρχαίο άγαλμα έφιππου πολεμιστή. Όλοι σώπασαν, περιμένοντας με αγωνία την πρώτη του κίνηση. Κράτησαν την αναπνοή τους όταν η σκέψη του άρχισε να γίνεται εντονότερη και σχεδόν να ακούγεται. 

Δεν λυνόταν. Δεν λύνεται. Ποτέ δεν λυνόταν. Και στα χρόνια που θα 'ρθουν θα εξακολουθεί να μην λύνεται. Τουλάχιστον όχι εύκολα για τους νέους. Θα βγάλει για εκατομμυριοστή φορά το σπαθί από τη θήκη και θα το ζυγίσει στον αέρα. Μα πριν το κατεβάσει στο καίριο σημείο, εκεί όπου συμβάλλουν οι δυναμικές γραμμές των πεδίων, εκεί όπου η αρτηρία χάνει το ζωντανό χρώμα της και γίνεται φλέβα, εκεί όπου το φίδι τελικά απελπίζεται από τον αλύτρωτο τρόμο και χώνεται βαθιά μέσα στη γη ή ψάχνει μια πέτρα, ένα βράχο για να τρυπώσει και να κρυφτεί, θα σταθεί να συλλογιστεί. Αυτό διέκρινε και θα διακρίνει πάντα τον βασιλιά - ο στοχασμός.

Προσπαθούσε να καταλάβει. Προσπαθούσε να διαπεράσει το χρόνο και να δει από πίσω. Τι κρυβόταν από κάτω; Γιατί τέτοιο μπέρδεμα; Μα, δεν υπήρχαν άκρες; Δεν υπάρχει αρχή και τέλος; Θυμήθηκε το δάσκαλό του. Τότε, στο Άλσος των Νυμφών, στη Μίεζα, όπου ήδη έφηβος, ήταν ίσως λίγο ψηλότερος από εκείνον. Αλλά καταλάβαινε πως το ύψος του δασκάλου δεν ήταν μετρήσιμο. Αρχικά είχε αντισταθεί στον ερχομό του, δεν τον ήθελε. Τι μπορούσε να τον διδάξει άραγε ένας Αθηναίος; Το άλογό του είχε καταφέρει να το δαμάσει μόνος του, χωρίς βοήθεια. Το έστρεψε κόντρα στον ήλιο για να πάψει να φοβάται τις σκιές και το καβάλησε. Τι περισσότερο είχε να μάθει;

Στους μήνες που ακολούθησαν κατάλαβε πως το καινούργιο του μάθημα ήταν η υπομονή και ο στοχασμός πριν την τελική προσπάθεια, την έφοδο. Και αρίστευσε, εκπλήσσοντας ακόμη και τον ίδιο το δάσκαλό του, που στο τέλος των μαθημάτων δήλωσε πως δεν είχε τίποτε άλλο να μάθει στο μαθητή του. Έπειτα ήρθε η πράξη. Άρχισαν οι επιχειρήσεις και έθεσε σε εφαρμογή το μεγαλόπνοο όραμά του.

Το σπαθί κατέβηκε με ασύλληπτη ταχύτητα σφυρίζοντας στον αέρα. Το μάτι του σε όλη τη διάρκεια της πτώσης της λάμας παρέμεινε καρφωμένο στον κόμπο. Όλα ξετυλίχθηκαν με ταχύτητα αστραπής.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: 1. Το κείμενο της πρώτης εικόνας γράφτηκε την Τετάρτη 18 Ιανουαρίου 1989, ενώ το κείμενο της δεύτερης εικόνας ανήκει στην ποιητική συλλογή Ο ΜΙΚΡΟΣ ΝΑΥΤΙΛΟΣ του Οδυσσέα Ελύτη.
2. Σύμφωνα με τις επικρατέστερες ιστορικές εκδοχές ο Αλέξανδρος δεν έκοψε τον κόμπο με το σπαθί του αλλά κατάφερε να τον λύσει. 

Δεν υπάρχουν σχόλια: