Σάββατο, 15 Δεκεμβρίου 2012

Η ιστορική ευθύνη του Ανδρέα Παπανδρέου



Το άπειρο της ελληνικής ψυχής θέλει, διψά, να τρέξει και να ανθίσει. Να δημιουργήσει επάνω σε χίμαιρες και ανέφικτους – για τους άλλους λαούς – στόχους. Έχει αποδειχθεί πολλές φορές, τόσο στο κοντινό όσο και στο απώτερο παρελθόν μας, ότι μια χούφτα Έλληνες τα κατάφερναν σχεδόν πάντα, έστω και την τελευταία στιγμή. Ένας λαός συνυφασμένος με το όνειρο – το όνειρο που είναι η τροφή του πολιτισμού, της εξέλιξης αλλά και της κάθε μορφής τέχνης. Ο Henry Kissinger το είχε καταλάβει καλά ότι η χώρα αυτή μόνο σε έναν τομέα θα μπορούσε να πληγεί πραγματικά, βαθιά και, ίσως, αναπόδραστα: στον πολιτισμό. Στον πολιτισμό που παράγει αξίες και μέτρο.

Αν ήλθε η ώρα να αναζητήσουμε και να  καταγράψουμε τις ευθύνες για την κατηφορική διαδρομή και τελικά την πολιτιστική, και συνεπώς ηθική, παρακμή της ελληνικής πραγματικότητας, τότε νομίζω πως ήλθε η ώρα να αναφερθούμε στην τεράστια ιστορική ευθύνη του Ανδρέα Παπανδρέου.

Ο Ανδρέας Παπανδρέου ήταν ένας άνθρωπος χαοτικός, χωρίς παιδεία, χωρίς καλλιέργεια. Υπήρξε αδιαμφισβήτητα μορφωμένος, με περγαμηνές στον ακαδημαϊκό στίβο, αλλά ήταν ένας ακαλλιέργητος άνθρωπος, που, προφανώς – όπως αποδείχθηκε εκ των πραγμάτων–, δεν είχε πολιτιστικό όραμα για τον τόπο του. Τη στιγμή που ο Κωνσταντίνος Καραμανλής είχε στον κύκλο του τους Χορν, Χατζιδάκι, Μινωτή και Ελύτη, ο Ανδρέας Παπανδρέου, ως πρωθυπουργός της χώρας, καθιστούσε πολιτιστικό ίνδαλμά του μόνο τη Ρίτα Σακελλαρίου (την οποία κατά τα άλλα σέβομαι και εκτιμώ στον τομέα της). Όταν ο Ανδρέας Παπανδρέου θέσπιζε ως πρότυπο κοινωνικής συμπεριφοράς το νεύμα προς τη θλιβερή ερωμένη του πάνω στη σκάλα του αεροπλάνου, εξευτελίζοντας έτσι τη σύζυγό του, που διατηρούσε κάθε δικαίωμα να είχε τουλάχιστον προφυλαχθεί η αξιοπρέπειά της (και μετά εκείνος ας έκανε ό,τι ήθελε – δεν είναι θέμα πουριτανισμού ή συντηρητισμού), τότε όλα πια είναι εύκολα για το κατρακύλισμα και τον εκτραχηλισμό των αξιών. Τότε χάνεται κάθε αίσθηση ιεράρχησης και μέτρου. Τότε πια όλα είναι εύκολα για τη νομιμοποίηση της διαφθοράς, της κοροϊδίας, της ρεμούλας.

Όχι πως δεν προϋπήρχαν όλα αυτά. Αλίμονο… Αλλά εκείνος είχε τη μοναδική ιστορικά ευκαιρία, επικεφαλής ενός βαθιά τραυματισμένου λαού – από το δεύτερο πόλεμο, τον εμφύλιο, τη στυγνή Δεξιά και τη χούντα – να θέσει τα πράγματα σε σωστές βάσεις.

Εξάλλου, η μεταπολιτευτική επταετία της Δεξιάς δεν ήταν παρά μια μεταβατική περίοδος προς τη Μεγάλη Ευκαιρία. Ο γέρο-Καραμανλής δεν επέστρεψε στην Ελλάδα για να επιδοθεί σε μια νέα πολιτική καριέρα. Κάθε άλλο. Γύρισε από τη Γαλλία με σκοπό την υστεροφημία του ως εθνάρχη αλλά και τη διπλή θητεία του στην προεδρία. Ξεκάθαρο. Έβαλε τις βάσεις για το σκοπό αυτό εκδιώκοντας τη βασιλεία, νομιμοποιώντας το ΚΚΕ και οδηγώντας τη χώρα στην ενωμένη Ευρώπη. Τίμια μιλώντας, αυτά ήταν μεγάλα και ευπρόσδεκτα επιτεύγματα. Αλλά όλα ήταν έτοιμα για να διαβεί το προεδρικό μέγαρο.

Όμως, ο λαός ήταν ακόμη στον προθάλαμο αναμονής. Γέμιζε στάδια στη μεταπολίτευση. Που σήμαινε πως περίμενε τη στιγμή του, ανέμενε το Όραμα. Οι κομμουνιστές έφτασαν να ονειρεύονται τη Β΄ κατανομή στις εκλογές. Αυτά ο Ανδρέας δεν τα αντιλήφθηκε γιατί δεν διέθετε υπόβαθρο. Μπορεί η Δεξιά να είχε χίλια-μύρια όσα δεινά, είχε όμως στους κύκλους της μερικά από τα σημαντικότερα ονόματα του πολιτισμού. Όπως ακριβώς και η Αριστερά. Η οποία επίσης προδόθηκε βαθιά από τον Ανδρέα. Κι έτσι περιχαρακώθηκε κι αποστεώθηκε.

Ο Ανδρέας, εκτός του ότι δεν διέθετε την ανάλογη καλλιέργεια, υπήρξε επίσης αρνητικός και εκδικητικός. Εκτόπισε, αποκεφάλισε την παράταξή του από κάθε προοδευτικό μυαλό που θα μπορούσε να δώσει άλλη πνοή, να υλοποιήσει το όνειρο. Στέρησε την εναλλακτική πρόταση από την παράταξη την οποία δημιούργησε και διαμόρφωσε. Διατήρησε μόνον εκείνους που δεν θα τολμούσαν ποτέ να του αντιμιλήσουν. Που οι οραματισμοί τους ήταν ελεγχόμενοι.
Κανείς δε νοιάστηκε πραγματικά γι’ αυτό το λαό που είχε υποφέρει τα πάνδεινα, που είχε πληρώσει με το αίμα του – όταν οι ταγοί του βρίσκονταν στην Αίγυπτο, στο Παρίσι, στον Καναδά και στη Στοκχόλμη – και που πάντα έδινε πρόθυμα τη ζωή του για το καλό του τόπου. Το χώμα ήταν φρέσκο, οργωμένο και περίμενε «σαν έτοιμο από καιρό». Και αντί να του ρίξουν υγιή σπόρο να καρπίσει, του πέταξαν σκάρτο πράμα. Κι επειδή ο κάθε λαός έχει πάντα ανάγκη να πιστεύει τους αρχηγούς του, τους πίστεψε για άλλη μια φορά. Πίστεψε ότι ο δρόμος που του έδειχναν θα ήταν ο δικός του. Μάταια όλα. Ο λαός οδηγήθηκε από έναν αμοραλιστή πολιτικό στο σκυλάδικο και στην αποπνικτική και θανατηφόρα ουρική υγρασία των πάμπερς. Όταν ο πρωθυπουργός της χώρας νομιμοποιεί δια του λόγου του τη μίζα των υπουργών, τότε όλα είναι εύκολα για το μεγάλο κατήφορο…

Ναι, ο λαός «έφαγε ψωμί» στα χρόνια του Ανδρέα Παπανδρέου. Αλίμονο. Κανείς δεν έχει αντίρρηση. Όχι όμως το δικό του ψωμί, που το έφτιαχνε ο ίδιος, αλλά το ψωμί του διπλανού του και το ψωμί του παιδιού του. Θα μπορούσε με το δικό του ψωμί να έχει τραφεί και πνευματικά. Με μια ισορροπία που δε διανοήθηκε ποτέ ο ηγέτης. Κι έτσι, αυτός ο προδομένος λαός να μπορέσει να βηματίσει χωρίς παλαντζάρισμα. Χωρίς αμφισβητήσεις και εσωτερικά διλήμματα που τον οδηγούσαν κάθε φορά στην επιλογή του εύκολου και παράνομου κέρδους έναντι του εσωτερικού, ηθικού και αξιοκρατικού, προβληματισμού. Θα μπορούσε, με προίκα την πνευματική καλλιέργεια, τον πολιτισμό, να προτάξει τις αντιστάσεις του και η ελληνική κοινωνία να συνέχιζε εκείνον τον ανοδικό δρόμο των αρχών του ’60. Τότε που ο τόπος έδειχνε να ξαναγεννιέται από τις στάχτες του και να συμβαδίζει με την εποχή του. Όταν το όνειρο έδειχνε απτό. Όταν ο Έλληνας βίωνε την Ελλάδα μέσα στην ιστορική της συνέχεια.



Κι έτσι η Ελλάδα και ο Έλληνας σκάρτεψαν. Έγιναν λαμόγια. Ο διασυρμός ήταν και είναι διαρκής. Τώρα πια, που έχει ολοκληρωθεί το διάβα μιας ολόκληρης γενιάς από τότε – πάνε σχεδόν τριάντα χρόνια – προκύπτει κι ένα άλλο τεράστιο θέμα. Δεν υπάρχει πια μνήμη. Γιατί αυτή η γενιά που τώρα ανδρώνεται, είναι οι γόνοι εκείνης της πρώτης εποχής της παρακμής. Και οι παππούδες και οι γιαγιάδες που επιζούν ακόμη ίσως να φαντάζουν γραφικοί σε σύγκριση με τη γκλαμουριά που πλέον χαρακτηρίζει τη σύγχρονη ελληνική κοινωνία – αυτή που κάποτε έτρεχε να «δικαιώσει τον ήλιο».

Δεν αναζητούμε τους ίδιους· αυτοί πάνε, έφυγαν. Όπως είχαν φύγει και ο Σωκράτης, ο Λεωνίδας, ο Περικλής, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ο συνταγματάρχης Δαβάκης, ο Άρης Βελουχιώτης, ο Γρηγόρης Λαμπράκης, ο Αλέκος Παναγούλης. Αλλά πάντοτε έρχονταν άλλοι. Έρχονταν στο πόδι τους για να αποδείξουν ακριβώς αυτό. Πως αυτός ο τόπος έχει συνέχεια. Και με τον ίδιο τρόπο θα εκκολάπτονταν και θα έρχονταν και οι επόμενοι. Που, όμως, δεν ήλθαν ποτέ. Γιατί, ενώ γεννήθηκαν – κι αυτό είναι σίγουρο κόντρα σε κάθε Κασσάνδρα που πιστεύει το αντίθετο –, δεν βρήκαν ποτέ το πρόσφορο έδαφος. Και εξελίχθηκαν σε τερατογενέσεις. Και παρέμειναν σε εμβρυακό στάδιο και φαντάζουν παράταιροι, μιας άλλης εποχής. Και χάθηκαν. Δεν μπορούμε να στηριζόμαστε μόνο στην αυθόρμητη επανάσταση του ελληνικού γονιδίου, που κατορθώνει Σαλαμίνες. Δεν φτάνουν αυτά στη νέα εποχή. Οι δονκιχωτισμοί του παρελθόντος κόσμου πέρασαν ανεπιστρεπτί. Δίπλα στο ταλέντο απαιτείται πλέον γνώση και συνείδηση, παιδεία και υπόβαθρο, μέτρο και πρόγραμμα.

Ο Ανδρέας Παπανδρέου είχε μια ιστορική ευκαιρία. Πήρε ένα λαό έτοιμο, που τον κοίταζε στα μάτια σαν πιστό σκυλί και ήταν πρόθυμος να τον ακολουθήσει παντού. Γέμιζε στάδια, κατέβαινε στους δρόμους με το παραμικρό, αντιστεκόταν, τραγουδούσε κι ονειρευότανε. Περίμενε σαράντα πέντε μαύρα και δύσκολα χρόνια, από την εποχή του Μεταξά… Πολύς ο καιρός. Είχαμε να ζήσουμε τέτοιον ηγέτη από την εποχή του Ελευθερίου Βενιζέλου.

Μπορούμε να τον κρίνουμε πλέον με ασφάλεια. Έχουν περάσει σχεδόν 30 χρόνια πια από τότε. Ακόμη και τα αρχεία του Foreign Office θα είχαν ανοίξει.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Το κείμενο γράφτηκε λίγες μέρες μετά τις εκλογές του Οκτωβρίου 2009, όταν πλέον η ομίχλη των προηγούμενων δεκαετιών είχε αρχίσει να διαλύεται ταχύτατα. Εστάλη σε περιοδικό της Αθήνας (LIFO) που επαίρετο για την ελευθερία έκφρασης που πρόσφερε, αλλά δεν μου απάντησαν ποτέ -έστω ότι το έλαβαν- παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις μου... Τον Νοέμβριο διαπίστωσα ότι η υπεύθυνη του περιοδικού διορίστηκε σε υπουργείο της νεόκοπης τότε και πολλά υποσχόμενης κυβέρνησης Παπανδρέου, όπου και παρέμεινε μέχρι τον Μάιο του 2011. Αιδώς, Αργείοι...

4 σχόλια:

Vasiliki είπε...

Προσυπογράφω. Με μια προσωπική εκτίμηση, οτι η καταστροφική, παρακμιακή πορεία στην οποία έβαλε τη χώρα ο Α.Π. δεν ήταν τυχαία αλλά άνοιγε το δρόμο στην υποδούλωσή της.

Giorgos Velentzas είπε...

Εννοείται! Δρυός (Ελλάδος) πεσούσης...

Giorgos Velentzas είπε...

Εξάλλου, κάπου στην αρχή αναφέρομαι στον H.Kissinger.

Vasiliki είπε...

Ακριβώς..