Σάββατο, 29 Δεκεμβρίου 2012

Ecce Homo!!! (Κι όμως, είναι τόσο απλό)


Το είχαμε αντιληφθεί από νωρίς. Γύρω μας τα πάντα κατευθύνονταν προς έναν κόσμο χωρίς παιδεία και χωρίς φαντασία. Δεν ξέρω αν όντως υπήρχε κάποιο σχέδιο ή αν, από ένα σημείο και μετά, όλα έγιναν τόσο γρήγορα ώστε δεν προλάβαμε να συγχρονιστούμε μαζί τους. Σε τελική ανάλυση, μάλλον δεν έχει πια καμιά σημασία παρά μόνο ως φαινόμενο για ιστορική και κοινωνιολογική μελέτη.

Ήταν και είναι πολύ απλό. Το βιβλίο αποτελεί τη μεγάλη πύλη προς τη γνώση. Την κριτική γνώση, την πληθωριστική γνώση, την περιττή γνώση, την ευφάνταστη γνώση, την ιστορική γνώση - την κάθε είδους γνώση. Κάθε βιβλίο αποτελεί και ένα καινούργιο σκαλοπάτι στη σκάλα για τα αστέρια. Σ' αυτήν την ατέλειωτη αλυσίδα πνευματικού DNA που σχηματίζουμε μόνοι μας. Με δική μας πρωτοβουλία και όχι λόγω κάποιας γενετικής καταβολής ή προδιάθεσης. Μια σκάλα που δεν έχει τη μοίρα και την κατάληξη του Πύργου της Βαβέλ, αφού η γλώσσα της ψυχής, το νερό που ζητάμε στη δίψα μας, και η παρηγοριά της εσωτερικής γαλήνης δεν διαφέρουν από άνθρωπο σε άνθρωπο. Είναι κοινά σε όλους μας και ήταν πάντοτε τα ίδια - από την εποχή των πρωτανθρώπων των σπηλαίων μέχρι και σήμερα. 

Η έλλειψη παιδείας, την οποία επικαλούμαστε αναζητώντας τη ρίζα - αλλά και τη θεραπεία - της οδυνηρής κρίσης που διερχόμαστε, δεν είναι κάτι γενικό και αόριστο. Και η αναπλήρωσή της δεν είναι ένα ουτοπικό και άπιαστο όνειρο. Δεν απαιτεί μακροπρόθεσμα προγράμματα κάποιων υπουργείων ούτε δαπανηρές επενδύσεις σε κτήρια, εργαστήρια, υποδομές και προσωπικό για εργατοώρες. Το μόνο που χρειάζεται είναι να αναζητήσουμε δέκα-είκοσι τίτλους βιβλίων για αρχή και τα υπόλοιπα έρχονται μόνα τους. Έτσι γινόταν πάντα, έτσι μπορεί να γίνει και τώρα. Αρχίζοντας από την αυλή του σπιτιού μας. Του δικού μας σπιτιού και όχι του γείτονα ή του συνάδελφου. Όχι του τηλεοπτικού ειδώλου ή του τυφλού πολιτικάντη. Εκ των ενόντων. Βρίσκονται ξεχασμένα σε ράφια, μέσα σε χαρτόκουτα, σε υπόγεια και πατάρια. Θησαυροί ανεκτίμητοι που περιμένουν να τους ανακαλύψουμε πάλι από την αρχή.

Οι νεόκοποι του πολιτισμικού προβληματισμού και τιμητές της πνευματικής πτώσης αναρωτιούνται και προκαλούν προβοκατόρικα το πνεύμα - αποκαλώντας το μάλιστα "πνευματικό κόσμο" - για την υποτιθέμενη απουσία του σε αυτές τις δύσκολες εποχές. Μάλλον θέλουν ακόμη μια φορά να αποτινάξουν από πάνω τους τη βαριά και ιστορική ευθύνη του παραγκωνισμού και εξοβελισμού του. Γιατί ξεχνάνε φαίνεται ότι αυτοί οι ίδιοι φρόντισαν να φιμώσουν με κάθε ευθύ και πλάγιο τρόπο όλους όσους θα τολμούσαν να αρθρώσουν μια "προοδευτική" άποψη [γιατί αν η άποψη του πνεύματος δεν είναι προοδευτική, τότε δεν πρόκειται για πνεύμα αλλά για...οινόπνευμα. Εδώ έγκειται και ο πλάγιος τρόπος φίμωσης - όσοι δεν άντεξαν κατέφυγαν "φιλαράκο μου, ρεμάλι, σ' ένα μπαρ" (Δήμος Μούτσης-Κώστας Τριπολίτης / Φράγμα-http://www.youtube.com/watch?v=0ao9VaJ3v9k)]. Έρχονται λοιπόν τώρα αυτοί οι κύριοι και αμφισβητούν την ύπαρξη και την αποτελεσματικότητα του πνεύματος, θριαμβολογώντας πάνω στα ερείπια των επιτευγμάτων τους. Ecce Homo!!! (Ίδε ο Άνθρωπος) του Πόντιου Πιλάτου. 

Ο tempora, o mores! 

Αυτός ο τόπος διαθέτει μια τεράστια και εκπληκτική πνευματική κληρονομιά - τόσο μεγάλη, θα μπορούσε να πει κανείς, που υπάρχουν διαχρονικές παρακαταθήκες χωρίς την ανάγκη ενημέρωσης ή ανανέωσης. Εξάλλου, οι αλήθειες που ορίζουν τη ζωή και τον κόσμο είναι πανάρχαιες - γνωστές και ελάχιστες. Δεν έχουν να κάνουν ούτε με ιδεολογίες, ούτε με θρησκείες, ούτε με κοινωνικούς, εθνικούς ή φυλετικούς διαχωρισμούς. Τις έχουν πει και τις έχουν ξαναπεί στο πέρασμα των αιώνων πολλοί. Υπήρξαμε από μια άποψη τυχεροί που αυτά τα λόγια και οι αξίες διατυπώθηκαν πρώτη φορά στον κόσμο σε αυτή τη γωνιά της γής. Εδώ που κατοικούμε σήμερα εμείς - όχι "στη δική μας γη" γιατί τίποτα δεν ανήκει σε κανέναν και σίγουρα η Ελλάδα δεν ΑΝΗΚΕΙ στους Έλληνες, αλλά σε όλη την υφήλιο, στα βουνά και στις θάλασσες, σε γη και ουρανό, σε κάθε λαό, σε κάθε άνθρωπο τελικά.

Η επανάσταση πρέπει να τροφοδοτηθεί πάλι από το πνεύμα. Και τότε δεν θα έχει ανάγκη από ψεύτικους και επίπλαστους νεωτερισμούς, ούτε από συνταγές μαγειρικής, ούτε από ανόητο lifestyle. Για να κρατήσει, να αντέξει και να βγει πέρα. Να πάρει στους ώμους της όλες τις αρχές και ρότες που χιλιοπερπατήθηκαν και σκάφτηκαν στο πέρασμα των αιώνων. Για να να ξανανέβει τον ίδιο Γολγοθά και να φτάσει για άλλη μια φορά στην κορυφή - πριν ξανάρθει νομοτελειακά πάλι η επόμενη πτώση. Τα σύνεργα και τα κίνητρα αλλά και η απελπισία είναι πάντα τα ίδια. Αυτούς που βλέπεις θα τους ξαναδείς. 

Κανείς βέβαια δεν ξέρει αν ήγγικεν η ώρα, αλλά ποτέ τα πράγματα δεν ήταν διαφορετικά. Η ζωή δεν είναι γυάλινη σφαίρα για να βλέπουμε τα μελλούμενα. Αυτή είναι και η μεγάλη ελευθερία που μας παρέχει. Έτσι όπως οδεύουμε, όμως, σε λίγο το μόνο που θα έχουμε να χάσουμε θα είναι οι αλυσίδες μας (Μαρξ/Ένγκελς). Ο καλύτερος σύμβουλος τώρα πια, αφού δείχνουμε να μην τα καταφέρνουμε με την ταπεινότητα και την αποδοχή της αδυναμίας και ατέλειάς μας, είναι η ανάγκη και η ένδεια, που θα πυροδοτήσουν εξελίξεις.

Οι τίτλοι είναι οι σφαίρες. Είναι πάμπολλοι και για τον καθέναν
από εμάς υπάρχουν πάντοτε οι κατάλληλοι. Είναι παραπλάνηση - για να μην πω προβοκάτσια - να ισχυριζόμαστε πως στην εποχή της πληροφορικής ο άνθρωπος δεν διαθέτει χρόνο μέσα του και χώρο γύρω του για να ευδοκιμήσει και να ανθίσει η φαντασία. Μα, αν δεν υπήρχαν περιθώρια για φαντασία, οι άνθρωποι δεν θα αναζητούσαν ταίρι - από το στοιχειώδες σεξουαλικό μέχρι το βαθύτερο και υπερβατικό πλατωνικό συμπλήρωμα -, δεν θα αναζητούσαν εργασία, δεν θα πήγαιναν στα γήπεδα ελπίζοντας στη νίκη της ομάδας τους, και τόσα άλλα.
  
Όσες πτήσεις κι αν πραγματοποιήσουμε στο διάστημα, η πτήση "Από τη Γη στη Σελήνη" δεν θα πάψει να μας συγκινεί. Όσο βαθιά κι αν ταξιδέψουμε στους ωκεανούς, δεν πρόκειται να γνωρίσουμε μια προσωπικότητα σαν του Πλοιάρχου Νέμο. Οι νέοι είναι καταδικασμένοι να ζούνε πάντα τα "Άγουρα Χρόνια" της εφηβείας πριν ενηλικιωθούν. Το όραμα για τα "Ψηλά Βουνά" θα λάμπει πάντα στα μάτια των μικρών και μεγάλων παιδιών. Στις δύσκολες ώρες μας θα εκπέμπουμε εναγωνίως ένα "Σήμα Κινδύνου", ενώ όταν ταξιδεύουμε σε χώρες μακρινές πρέπει να έχουμε μαζί μας το "Διαβατήριο". Αλίμονό μας αν εμπλακούμε στα "Μυστικά του Βάλτου" ή αν ζήσουμε ακόμη μια "Χαμένη Άνοιξη". Θα αναγκαστούμε να αποδεχτούμε πως "Τα Πλοία δεν Άραξαν" και πως ίσως κάποια μέρα περπατήσουμε πάλι πάνω σε "Ματωμένα Χώματα".
  
Ένας ατέλειωτος καμβάς από τίτλους, από σήματα καπνού και καρδιές που χτυπάνε, σκορπισμένες σε ένα αυτοσχέδιο μονοπάτι. Που περιμένουν κάποιο χέρι παιδικό κάθε ηλικίας να έλθει και να τις μαζέψει για να ανδρωθεί και να ωριμάσει. Ο Κοντορεβυθούλης, ο Δον Κιχώτης, ο Ρομπέν των Δασών. Είναι όλοι τους εκεί. Και μας περιμένουν.
 

Σάββατο, 15 Δεκεμβρίου 2012

Για να δούμε...

 

Ακούω το More των Pink Floyd 

 

Σήμερα λοιπόν πήρα την απόφαση να ανοίξω άλλη μια πόρτα. 

Είναι περίεργη, πρωτόγνωρη και ταυτόχρονα πολύ γοητευτική η αίσθηση πως ό,τι γράφεις "δημοσιεύεται" αυτόματα... 

 

Νιώθεις πως γράφεις το παλιό, καλό ημερολόγιο, αλλά το γράφεις στη μέση της πλατείας του κόσμου, με ανοιχτές διάπλατα τις τεράστιες σελίδες του.


Έχει κρύο - ο χειμώνας είναι πια εδώ. Άργησε κάπως φέτος. 
Καλύτερα. Όλοι αυτό λέγαμε. Εκεί που έφτασε η τιμή του πετρελαίου, αν τα κρύα είχαν πιάσει από νωρίς, θα ήταν ακόμη πιο δύσκολα τα πράγματα για την τσέπη μας.

Η κατάσταση στη χώρα είναι τραγική. Σε όλα τα επίπεδα. Κυρίως όμως επειδή τίποτα δεν είναι όπως παλιότερα. Εκτός από το καθαρά πρακτικό επίπεδο, η νέα κατάσταση απαιτεί την άμεση και απότομη προσαρμογή σε συνθήκες που είχαν να εμφανιστούν αρκετές δεκαετίες, με αποτέλεσμα η χώρα να έχει "ξεχαστεί" σε μια άλλη πραγματικότητα. Που τελικά αποδείχθηκε αστήριχτη, χωρίς έρμα και υπόβαθρο.

Και αυτό είναι το δυσκολότερο. Να ξεκολλήσεις από τη συνήθεια - από τη συντήρηση. Δεν έχει σημασία αν η λέξη "συντήρηση" στη συγκεκριμένη περίπτωση αφορά σε υψηλότερα βιοτικά επίπεδα. Όχι. Γιατί εδώ ακριβώς θα φανεί η ευελιξία και τελικά η ικανότητα μιας κοινωνίας, ενός λαού, να προσαρμόζεται σε νέα δεδομένα διδασκόμενη από τα "λάθη" της.

Βλέπω τη συνεχή χρήση των εισαγωγικών στις λέξεις και διαπιστώνω πως αυτό γίνεται γιατί σ' αυτή τη χώρα όλες οι λέξεις έχασαν το νόημά τους στο πέρασμα των χρόνων... Όλα χρειάζονται προσδιορισμό και ορισμό από την αρχή. 
Όταν αυτό γίνεται από ανάγκη και εκτροχιασμό τότε, πράγματι, μιλάμε για τραγωδία. Αλλιώς θα μιλούσαμε για εξέλιξη.

Δεν πρόκειται για θέμα αισιοδοξίας και απαισιοδοξίας. Πρόκειται για απλή και ρεαλιστική καταγραφή της πραγματικότητας. Μιας πραγματικότητας που η κοινωνία βιώνει εδώ και τριάντα οκτώ χρόνια. Από την πρώτη μέρα της πτώσης της δικτατορίας - το τελευταίο ιστορικά κομβικό σημείο για τη χώρα στον εικοστό αιώνα. 

Το προηγούμενο ήταν η Συμφωνία της Βάρκιζας. 

Αλλά για τη σημαντικότητα αυτών των δυο ιστορικών στιγμών θα πούμε κάποια άλλη στιγμή. Όπως και για την ιστορική ευθύνη του Ανδρέα Παπανδρέου.     

Η ιστορική ευθύνη του Ανδρέα Παπανδρέου



Το άπειρο της ελληνικής ψυχής θέλει, διψά, να τρέξει και να ανθίσει. Να δημιουργήσει επάνω σε χίμαιρες και ανέφικτους – για τους άλλους λαούς – στόχους. Έχει αποδειχθεί πολλές φορές, τόσο στο κοντινό όσο και στο απώτερο παρελθόν μας, ότι μια χούφτα Έλληνες τα κατάφερναν σχεδόν πάντα, έστω και την τελευταία στιγμή. Ένας λαός συνυφασμένος με το όνειρο – το όνειρο που είναι η τροφή του πολιτισμού, της εξέλιξης αλλά και της κάθε μορφής τέχνης. Ο Henry Kissinger το είχε καταλάβει καλά ότι η χώρα αυτή μόνο σε έναν τομέα θα μπορούσε να πληγεί πραγματικά, βαθιά και, ίσως, αναπόδραστα: στον πολιτισμό. Στον πολιτισμό που παράγει αξίες και μέτρο.

Αν ήλθε η ώρα να αναζητήσουμε και να  καταγράψουμε τις ευθύνες για την κατηφορική διαδρομή και τελικά την πολιτιστική, και συνεπώς ηθική, παρακμή της ελληνικής πραγματικότητας, τότε νομίζω πως ήλθε η ώρα να αναφερθούμε στην τεράστια ιστορική ευθύνη του Ανδρέα Παπανδρέου.

Ο Ανδρέας Παπανδρέου ήταν ένας άνθρωπος χαοτικός, χωρίς παιδεία, χωρίς καλλιέργεια. Υπήρξε αδιαμφισβήτητα μορφωμένος, με περγαμηνές στον ακαδημαϊκό στίβο, αλλά ήταν ένας ακαλλιέργητος άνθρωπος, που, προφανώς – όπως αποδείχθηκε εκ των πραγμάτων–, δεν είχε πολιτιστικό όραμα για τον τόπο του. Τη στιγμή που ο Κωνσταντίνος Καραμανλής είχε στον κύκλο του τους Χορν, Χατζιδάκι, Μινωτή και Ελύτη, ο Ανδρέας Παπανδρέου, ως πρωθυπουργός της χώρας, καθιστούσε πολιτιστικό ίνδαλμά του μόνο τη Ρίτα Σακελλαρίου (την οποία κατά τα άλλα σέβομαι και εκτιμώ στον τομέα της). Όταν ο Ανδρέας Παπανδρέου θέσπιζε ως πρότυπο κοινωνικής συμπεριφοράς το νεύμα προς τη θλιβερή ερωμένη του πάνω στη σκάλα του αεροπλάνου, εξευτελίζοντας έτσι τη σύζυγό του, που διατηρούσε κάθε δικαίωμα να είχε τουλάχιστον προφυλαχθεί η αξιοπρέπειά της (και μετά εκείνος ας έκανε ό,τι ήθελε – δεν είναι θέμα πουριτανισμού ή συντηρητισμού), τότε όλα πια είναι εύκολα για το κατρακύλισμα και τον εκτραχηλισμό των αξιών. Τότε χάνεται κάθε αίσθηση ιεράρχησης και μέτρου. Τότε πια όλα είναι εύκολα για τη νομιμοποίηση της διαφθοράς, της κοροϊδίας, της ρεμούλας.

Όχι πως δεν προϋπήρχαν όλα αυτά. Αλίμονο… Αλλά εκείνος είχε τη μοναδική ιστορικά ευκαιρία, επικεφαλής ενός βαθιά τραυματισμένου λαού – από το δεύτερο πόλεμο, τον εμφύλιο, τη στυγνή Δεξιά και τη χούντα – να θέσει τα πράγματα σε σωστές βάσεις.

Εξάλλου, η μεταπολιτευτική επταετία της Δεξιάς δεν ήταν παρά μια μεταβατική περίοδος προς τη Μεγάλη Ευκαιρία. Ο γέρο-Καραμανλής δεν επέστρεψε στην Ελλάδα για να επιδοθεί σε μια νέα πολιτική καριέρα. Κάθε άλλο. Γύρισε από τη Γαλλία με σκοπό την υστεροφημία του ως εθνάρχη αλλά και τη διπλή θητεία του στην προεδρία. Ξεκάθαρο. Έβαλε τις βάσεις για το σκοπό αυτό εκδιώκοντας τη βασιλεία, νομιμοποιώντας το ΚΚΕ και οδηγώντας τη χώρα στην ενωμένη Ευρώπη. Τίμια μιλώντας, αυτά ήταν μεγάλα και ευπρόσδεκτα επιτεύγματα. Αλλά όλα ήταν έτοιμα για να διαβεί το προεδρικό μέγαρο.

Όμως, ο λαός ήταν ακόμη στον προθάλαμο αναμονής. Γέμιζε στάδια στη μεταπολίτευση. Που σήμαινε πως περίμενε τη στιγμή του, ανέμενε το Όραμα. Οι κομμουνιστές έφτασαν να ονειρεύονται τη Β΄ κατανομή στις εκλογές. Αυτά ο Ανδρέας δεν τα αντιλήφθηκε γιατί δεν διέθετε υπόβαθρο. Μπορεί η Δεξιά να είχε χίλια-μύρια όσα δεινά, είχε όμως στους κύκλους της μερικά από τα σημαντικότερα ονόματα του πολιτισμού. Όπως ακριβώς και η Αριστερά. Η οποία επίσης προδόθηκε βαθιά από τον Ανδρέα. Κι έτσι περιχαρακώθηκε κι αποστεώθηκε.

Ο Ανδρέας, εκτός του ότι δεν διέθετε την ανάλογη καλλιέργεια, υπήρξε επίσης αρνητικός και εκδικητικός. Εκτόπισε, αποκεφάλισε την παράταξή του από κάθε προοδευτικό μυαλό που θα μπορούσε να δώσει άλλη πνοή, να υλοποιήσει το όνειρο. Στέρησε την εναλλακτική πρόταση από την παράταξη την οποία δημιούργησε και διαμόρφωσε. Διατήρησε μόνον εκείνους που δεν θα τολμούσαν ποτέ να του αντιμιλήσουν. Που οι οραματισμοί τους ήταν ελεγχόμενοι.
Κανείς δε νοιάστηκε πραγματικά γι’ αυτό το λαό που είχε υποφέρει τα πάνδεινα, που είχε πληρώσει με το αίμα του – όταν οι ταγοί του βρίσκονταν στην Αίγυπτο, στο Παρίσι, στον Καναδά και στη Στοκχόλμη – και που πάντα έδινε πρόθυμα τη ζωή του για το καλό του τόπου. Το χώμα ήταν φρέσκο, οργωμένο και περίμενε «σαν έτοιμο από καιρό». Και αντί να του ρίξουν υγιή σπόρο να καρπίσει, του πέταξαν σκάρτο πράμα. Κι επειδή ο κάθε λαός έχει πάντα ανάγκη να πιστεύει τους αρχηγούς του, τους πίστεψε για άλλη μια φορά. Πίστεψε ότι ο δρόμος που του έδειχναν θα ήταν ο δικός του. Μάταια όλα. Ο λαός οδηγήθηκε από έναν αμοραλιστή πολιτικό στο σκυλάδικο και στην αποπνικτική και θανατηφόρα ουρική υγρασία των πάμπερς. Όταν ο πρωθυπουργός της χώρας νομιμοποιεί δια του λόγου του τη μίζα των υπουργών, τότε όλα είναι εύκολα για το μεγάλο κατήφορο…

Ναι, ο λαός «έφαγε ψωμί» στα χρόνια του Ανδρέα Παπανδρέου. Αλίμονο. Κανείς δεν έχει αντίρρηση. Όχι όμως το δικό του ψωμί, που το έφτιαχνε ο ίδιος, αλλά το ψωμί του διπλανού του και το ψωμί του παιδιού του. Θα μπορούσε με το δικό του ψωμί να έχει τραφεί και πνευματικά. Με μια ισορροπία που δε διανοήθηκε ποτέ ο ηγέτης. Κι έτσι, αυτός ο προδομένος λαός να μπορέσει να βηματίσει χωρίς παλαντζάρισμα. Χωρίς αμφισβητήσεις και εσωτερικά διλήμματα που τον οδηγούσαν κάθε φορά στην επιλογή του εύκολου και παράνομου κέρδους έναντι του εσωτερικού, ηθικού και αξιοκρατικού, προβληματισμού. Θα μπορούσε, με προίκα την πνευματική καλλιέργεια, τον πολιτισμό, να προτάξει τις αντιστάσεις του και η ελληνική κοινωνία να συνέχιζε εκείνον τον ανοδικό δρόμο των αρχών του ’60. Τότε που ο τόπος έδειχνε να ξαναγεννιέται από τις στάχτες του και να συμβαδίζει με την εποχή του. Όταν το όνειρο έδειχνε απτό. Όταν ο Έλληνας βίωνε την Ελλάδα μέσα στην ιστορική της συνέχεια.



Κι έτσι η Ελλάδα και ο Έλληνας σκάρτεψαν. Έγιναν λαμόγια. Ο διασυρμός ήταν και είναι διαρκής. Τώρα πια, που έχει ολοκληρωθεί το διάβα μιας ολόκληρης γενιάς από τότε – πάνε σχεδόν τριάντα χρόνια – προκύπτει κι ένα άλλο τεράστιο θέμα. Δεν υπάρχει πια μνήμη. Γιατί αυτή η γενιά που τώρα ανδρώνεται, είναι οι γόνοι εκείνης της πρώτης εποχής της παρακμής. Και οι παππούδες και οι γιαγιάδες που επιζούν ακόμη ίσως να φαντάζουν γραφικοί σε σύγκριση με τη γκλαμουριά που πλέον χαρακτηρίζει τη σύγχρονη ελληνική κοινωνία – αυτή που κάποτε έτρεχε να «δικαιώσει τον ήλιο».

Δεν αναζητούμε τους ίδιους· αυτοί πάνε, έφυγαν. Όπως είχαν φύγει και ο Σωκράτης, ο Λεωνίδας, ο Περικλής, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ο συνταγματάρχης Δαβάκης, ο Άρης Βελουχιώτης, ο Γρηγόρης Λαμπράκης, ο Αλέκος Παναγούλης. Αλλά πάντοτε έρχονταν άλλοι. Έρχονταν στο πόδι τους για να αποδείξουν ακριβώς αυτό. Πως αυτός ο τόπος έχει συνέχεια. Και με τον ίδιο τρόπο θα εκκολάπτονταν και θα έρχονταν και οι επόμενοι. Που, όμως, δεν ήλθαν ποτέ. Γιατί, ενώ γεννήθηκαν – κι αυτό είναι σίγουρο κόντρα σε κάθε Κασσάνδρα που πιστεύει το αντίθετο –, δεν βρήκαν ποτέ το πρόσφορο έδαφος. Και εξελίχθηκαν σε τερατογενέσεις. Και παρέμειναν σε εμβρυακό στάδιο και φαντάζουν παράταιροι, μιας άλλης εποχής. Και χάθηκαν. Δεν μπορούμε να στηριζόμαστε μόνο στην αυθόρμητη επανάσταση του ελληνικού γονιδίου, που κατορθώνει Σαλαμίνες. Δεν φτάνουν αυτά στη νέα εποχή. Οι δονκιχωτισμοί του παρελθόντος κόσμου πέρασαν ανεπιστρεπτί. Δίπλα στο ταλέντο απαιτείται πλέον γνώση και συνείδηση, παιδεία και υπόβαθρο, μέτρο και πρόγραμμα.

Ο Ανδρέας Παπανδρέου είχε μια ιστορική ευκαιρία. Πήρε ένα λαό έτοιμο, που τον κοίταζε στα μάτια σαν πιστό σκυλί και ήταν πρόθυμος να τον ακολουθήσει παντού. Γέμιζε στάδια, κατέβαινε στους δρόμους με το παραμικρό, αντιστεκόταν, τραγουδούσε κι ονειρευότανε. Περίμενε σαράντα πέντε μαύρα και δύσκολα χρόνια, από την εποχή του Μεταξά… Πολύς ο καιρός. Είχαμε να ζήσουμε τέτοιον ηγέτη από την εποχή του Ελευθερίου Βενιζέλου.

Μπορούμε να τον κρίνουμε πλέον με ασφάλεια. Έχουν περάσει σχεδόν 30 χρόνια πια από τότε. Ακόμη και τα αρχεία του Foreign Office θα είχαν ανοίξει.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Το κείμενο γράφτηκε λίγες μέρες μετά τις εκλογές του Οκτωβρίου 2009, όταν πλέον η ομίχλη των προηγούμενων δεκαετιών είχε αρχίσει να διαλύεται ταχύτατα. Εστάλη σε περιοδικό της Αθήνας (LIFO) που επαίρετο για την ελευθερία έκφρασης που πρόσφερε, αλλά δεν μου απάντησαν ποτέ -έστω ότι το έλαβαν- παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις μου... Τον Νοέμβριο διαπίστωσα ότι η υπεύθυνη του περιοδικού διορίστηκε σε υπουργείο της νεόκοπης τότε και πολλά υποσχόμενης κυβέρνησης Παπανδρέου, όπου και παρέμεινε μέχρι τον Μάιο του 2011. Αιδώς, Αργείοι...