Τρίτη, 4 Ιουνίου 2019

Πότης Παρασκευόπουλος - Η δοκιμασία της Δημοκρατίας 1974-1986 (αποσπάσματα)*


Η ιστορία επαναλαμβάνεται. Οι ήρωες αλλάζουν ονόματα αλλά τα γεγονότα παραμένουν πάντα τα ίδια. Οι συνθήκες παραλλάσσουν ελαφρώς αλλά, σε γενικές γραμμές, όλα κινούνται με τους ίδιους κι απαράλλαχτους τρόπους.

Τον συγκεκριμένο δημοσιογράφο τον διάβαζα πάντα όταν έγραφε στην "Ελευθεροτυπία" και έμαθα πολλά τότε.

Ο δρόμος της Ελλάδας προς τον σοσιαλισμό. Πάντα ο ίδιος. Ακόμη οι ίδιοι προβληματισμοί, τα ίδια λάθη, οι ίδιες σχεδόν συνθήκες.

Φυσικά και είναι απογοητευτικό να διαπιστώνεις, καθώς περνούν τα χρόνια, πως τίποτα δεν αλλάζει ουσιαστικά στη ζωή. Γιατί γίνονται όλα αυτά τότε; Κανείς δεν ξέρει και -το πιθανότερο- δεν θα μάθει ποτέ.





...κ.λπ., κ.λπ., κ.λπ. Το βιβλίο συνεχίζει την πορεία του, που πολύ εύκολα μπορεί να μαντέψει ο αναγνώστης μιας και τα ίδια κι απαράλλαχτα συμβαίνουν και σήμερα, Ιούνιο του 2019, εν όψει των βουλευτικών εκλογών μετά την τετραετία ΣΥΡΙΖΑ.


* Ο Παναγιώτης (Πότης) Παρασκευόπουλος (1924 – 18 Μαΐου 1996) ήταν δημοσιογράφος, συγγραφέας και πολιτικός. Γεννήθηκε το 1924 στην Καλαμάτα. Κατά τη διάρκεια της Κατοχής, συμμετείχε στο κίνημα της Εθνικής Αντίστασης από τις γραμμές του ΕΑΜ, και υπέστη διώξεις και εξορίες στα μετεμφυλιακά χρόνια. Εργάστηκε ως δημοσιογράφος στην προδικτατορική Αυγή, ενώ διετέλεσε βουλευτής της ΕΔΑ από το 1964 μέχρι την επιβολή της χούντας το 1967. Μεταπολιτευτικά και μέχρι το θάνατό του, υπήρξε αρθρογράφος της Ελευθεροτυπίας. Μαζί με τον σκηνοθέτη Νίκο Τζίμα και τον Τάσο Λέρτα, έγραψαν το σενάριο της πολύ γνωστής ταινίας «Ο άνθρωπος με το γαρύφαλλο», με θέμα τη δίκη και εκτέλεση του Νίκου Μπελογιάννη. Το 1995 εξέδωσε βιογραφία του Ανδρέα Παπανδρέου με τίλο «Ανδρέας Παπανδρέου: Η Πολιτική του Πορεία, 1960 – 1995». Πέθανε μετά από σύντομη ασθένεια στο νοσοκομείο «Ευαγγελισμός», στις 18 Μαΐου 1996.

Κυριακή, 7 Απριλίου 2019

Αποδοχή

Ας περάσουν πια όλα κι ας φύγουν. Ας χαθούν στη χαράδρα που αφήνει πίσω του ο Χρόνος. Δεν μας έφταιξε κανείς. Δεν μας πόνεσε κανείς. Τίποτα δεν έγινε με συνειδητή πρόθεση. Τίποτα δεν γίνεται από μόνο του, ανεξάρτητο. Όλα έχουν ρίζες και αιτίες. Γι' αυτό ας τα ξεριζώσουμε και ας τα ρίξουμε, μαζί με τις ρίζες τους, στη χαράδρα του Χρόνου. Εκεί, σε κάποιους άλλους κόσμους και χρόνους, ίσως ξαναριζώσουν καλύτερα και δεν καταλήξουν σε ζιζάνια. Ας μην μείνει μέσα μας κανένα υπόλειμμα. Ούτε βάρος, ούτε απωθημένο, ούτε πόνος. Παρά μόνο αποδοχή. Αποδοχή και επίγνωση.

Κανένας δεν χρωστάει σε κανέναν. Κανένας δεν προσδοκά από κανέναν. Ήταν όλα ψέματα. Ήταν όλα κατασκευασμένα. Όχι συνειδητά. Όχι σκόπιμα, αλλά πονεμένα και φοβισμένα.

Ας μαζέψουμε πια τα δίχτυα από τις θάλασσες. Δεν θα 'ρθουν άλλα ψάρια να πιαστούν στα αγκίστρια μας. Τα δολώματα θα μείνουν αφάγωτα. Γιατί κι αυτά θέλουν να ζήσουν.

Τετάρτη, 27 Μαρτίου 2019

Λαμπρινή Θανάση - του Βασήλη γινεκα


- Καλή δουλειά!, φώναξε πριν από λίγο μια νέα γυναίκα σε έναν νεαρό άνδρα όταν διασταυρώθηκαν στο δρόμο. Την είχα ακούσει που πλησίαζε περπατώντας με μια φίλη της. Μιλούσαν και γελούσαν δυνατά -αλλά όχι πρόστυχα και χυδαία. Φωνές έντονες, γεμάτες ζωή και γέλιο. Πλούσιες και θηλυκές, που άνοιγαν τα φτερά τους στην ανοιξιάτικη μέρα με το διαπεραστικό ελαφρύ πρωινό κρύο αλλά και με έναν ήλιο που μόνο υποσχόταν. Μόλις έστριψαν, φαίνεται πως αντίκρισαν τον νεαρό άνδρα να έρχεται προς το μέρος τους. Διασταυρώθηκαν μες στα γέλια. Χάρηκαν πολύ που συναντήθηκαν. Κι εκείνος όμορφα και σεμνά μίλησε. Ευχήθηκαν για τη μέρα και, αφού στάθηκαν για λίγο και είπαν κάποιες γενικές κουβέντες και τα πρώτα νέα τους, συνέχισαν τις πορείες τους. Εκείνος βιαστικός προς τη λεωφόρο -ίσως για να προλάβει το αστικό, η δουλειά σίγουρα τον περίμενε- κι εκείνες με αργά βήματα, συνέχισαν να περπατάνε προς την κατεύθυνση της πάνω γειτονιάς. Γελούσαν κι χαίρονταν πάλι δυνατά.


Πέρασε η ψυχούλα μου, α, πέρασ' απάνω-απάνω
Αχ, έφυγε και χάθηκε, χάθηκε μες στ' αστέρια, α, χάθηκε μες στ' αστέρια
Θα βάλω στο μαντίλι σου τρία καλά του κόσμου, α, τρία καλά του κόσμου
Τον ήλιο και τον άνεμο, α, και το λαμπρό φεγγάρι -και το λαμπρό φεγγάρι


Ό,τι τραγούδι και να σου γράψω, Λαμπρινή, σε εσένα θα καταλήγει και στην πολυτάραχη ζωή σου. Όποια σκηνή ζωής και να παρακολουθήσω και να αναλογιστώ, θα την αντιπαραβάλω με τη δική σου ζωή -στην αρκετά εξωτερική τροχιά της οποίας έζησα για πολλά χρόνια και είδα κι έζησα αρκετά και κατάλαβα ακόμη περισσότερα.

Ο κυρ-Βασίλης στ' αριστερά μου και ο Κώστας στα δεξιά μου. Περπατάμε τον ελαφρά ανηφορικό χωματόδρομο ακολουθώντας όλοι μαζί την Δήμητρα. Στον Άι-Γιώργη της Βοιωτίας. Μέχρι το οικόπεδο με τον μεταλλικό φράχτη και τα λευκά ξαπλωμένα μάρμαρα. Στρέφω αριστερά, τον κοιτάζω και τον ρωτάω. Οι ζωντανοί με τους ζωντανούς και οι πεθαμένοι με τους πεθαμένους, μου λέει βαριά κοιτώντας χαμηλά το δρόμο μπροστά του. Ακολουθούσε το μαύρο αυτοκίνητο με το παιδί του μέσα.

Ήμαν πέντε χρονών όταν έχασα τη μανούλα μου.

Έτσι ξεκινάς να γράφεις. Έτσι ξεκινάει η ζωή σου. Έτσι ξεκίνησαν όλα. Η ζωή πήρε πάλι τον πανάρχαιο δρόμο της που δεν ξέρουμε από πού ξεκινά και πού πηγαίνει.

Ώσπου, κυρίως αφού παντρεύεται τον Βασίλη, γίνεται, η ίδια, η "μανούλα" όλων όσων πέρασαν απ' τη ζωή της, όλων όσων μπήκαν -έστω κα;ι για λίγο- στην τροχιά της ζωής της. Πάντα συμπεριφερόταν πια και ζούσε σαν "μάνα". Στην οικογένεια, στους συγγενείς -εξ αίματος και εξ αγχιστείας-, στη δουλειά, στις κοινωνικές σχέσεις, στην καθημερινότητα του δρόμου. Λες και "έγινε η μάνα της". Θα ήταν βέβαια πολύ ενδιαφέρον να γνωρίζαμε και την παιδική ζωή του Βασίλη για να καταλαβαίναμε περισσότερα για εκείνον και κυρίως πώς και γιατί ταίριαξαν τόσο αυτοί οι δύο άνθρωποι. Διότι και τα πρώτα σημάδια συμπεριφοράς που παίρνουμε από τον Βασίλη -μέσω του βιβλίου της Λαμπρινής- δείχνουν έναν ιδιαίτερα πονετικό άνθρωπο αλλά και έναν άνθρωπο με μεγάλη ανάγκη για "μάνα". Ρόλοι πανάρχαιοι βέβαια -και ιδανικοί για ένα ζευγάρι όταν παίζονται σωστά και με μέτρο...

Τρίτη, 19 Μαρτίου 2019

Πολλή φασαρία

Πολλή φασαρία έκανε η ζωή μου μέχρι χθες. Πολλή. Πολλή φασαρία έκανα κι εγώ στη ζωή μου. Την προκαλούσα; Την δημιουργούσα; Έλα, ντε...


Γεγονός είναι πως δυο φορές στη ζωή μου κυριολεκτικά κουφάθηκα. Την πρώτη φορά νέος, βουτηγμένος βαθιά μέσα στην ένταση των ήχων, κόντεψα να βρεθώ στα χειρουργεία. Ευτυχώς, ένας "μάγος" γερο-γιατρός, που δεν θυμάμαι πια ούτε το όνομά του, μέσα σε ένα θεοσκότεινο δωμάτιο υποδοχής -και όχι στο καθαυτό ιατρείο του-, με έβαλε να ακούω για ώρα τους χτύπους του δευτερολεπτοδείκτη απ' το βαρύ ρολόι του με το ασήκωτο μπρασελέ κι έτσι δοκίμασε την πραγματική ακοή μου. Δεν είχα τίποτα. Μου είπε να φύγω. Χωρίς αγωγή, χωρίς ιατρικές οδηγίες. Το μόνο που μου είπε ήταν πως ο "γιατρός" μου θα ήταν μόνο ο ήλιος στη ζωή μου από τότε και στο εξής. "Ξέχνα ό,τι σου έχουνε πει και φύγε". Αυτό έκανα και κάνω τριάντα χρόνια τώρα. Και είχε δίκιο.

Λυπάμαι που δεν θυμάμαι το όνομά του γιατί θα μου άρεσε να τον μνημονεύω πού και πού. Δεν πειράζει όμως. Ας είναι. Τη δουλειά του την έκανε άψογα και αποτελεσματικά. Αυτό που ήθελε να καταλάβω, το κατάλαβα. Μου χάρισε και τον ήλιο για γιατρό μου. Έτσι ώστε να μπορώ να τον αναζητώ και να τον βρίσκω κάθε πρωί σ' αυτήν εδώ τη γωνιά της Γης. Είναι ένας από τους "γκουρού" της ζωής μου. Είχα κι άλλους. Και -ευτυχώς- ευτύχησα να τους αντιληφθώ και να συνεργαστώ μαζί τους ως άνθρωπος, ως ύπαρξη. Ο ένας ήταν ο δάσκαλός μου: https://giorgosvelentzas.blogspot.com/2018/01/blog-post_12.html. Άλλος ήταν -και είναι- ο ψυχαναλυτής και ακούσιος καθοδηγητής μου: https://giorgosvelentzas.blogspot.com/2013/02/blog-post_16.html. Αυτοί οι άνθρωποι, ως μεγαλύτεροί μου και προηγούμενοι εμού στη ζωή, υπήρξαν φωτεινές υπάρξεις που με δίδασκαν και με έσωζαν.

Τις προάλλες, μετά από τριάντα ολόκληρα χρόνια, κόντεψα πάλι να κουφαθώ. Από το άλλο αυτί αυτή τη φορά. Έτσι, για αλλαγή (για αλλαγή;). Και αυτή τη φορά οδηγήθηκα στο εξεταστήριο κάποιου γιατρού. Με υπερ-εξέτασε με όλα τα σύγχρονα μέσα και όχι ως μάγος της φυλής αλλά δεν βρήκε τίποτα. Εγώ, ψυλλιασμένος πια από καιρό και έχοντας μάθει καλά το μάθημά μου από τους δασκάλους μου, κατάλαβα πως ήταν-δεν-ήταν παθολογικό το θέμα. Κι έτσι, μαζί με μια στοιχειώδη φαρμακευτική αγωγή που μου δόθηκε, περίμενα να κάνει τον κύκλο του. Ήδη από το απόγευμα της ίδιας μέρας, όταν πια η συσσωρευμένη ένταση χρόνων άρχισε να εκτονώνεται, ήμουν πολύ καλύτερα. Φυσικά ο γιατρός δεν μπορούσε να ξέρει την εσώτερη ζωή μου. Εγώ, όμως, την ήξερα. Και ήξερα να την διαβάζω πια.

Τετάρτη, 13 Μαρτίου 2019

John Lennon - God


God is a concept
by which we measure our pain
I'll say it again
God is a concept
by which we measure our pain, 
yeah, pain, yeah.

Αυτός είναι ο πληρέστερος ορισμός της έννοιας του "Θεού". Τον άκουσα όταν ήμουν ακόμη δέκα εννιά χρονών. Πέρασαν τόσα χρόνια από τότε και, αν και έχω διαβάσει πολλά βιβλία πολλών φιλοσόφων, στοχαστών, θεωρητικών, θεολόγων, θεολογουμένων ή θεολογιζόντων -και πάει λέγοντας-, δεν συνάντησα ποτέ έναν πιο ολοκληρωμένο ορισμό. Και βαθύ. Τόσο βαθύ, όσο βαθιά είναι και η ανθρώπινη ύπαρξη στα σκοτεινότερα σκοτάδια της. Επειδή ο "Θεός" επινοήθηκε για την ώρα του Φόβου και όχι του Οργασμού. Στον φόβο τον θέλουμε προστάτη και φύλακα, ενώ στον οργασμό τον επικαλούμαστε ως ίσοι και ισοδύναμοί του -αφού εκείνη ακριβώς τη στιγμή -εν δυνάμει- δημιουργούμε ζωή.

Ο σπουδαίος John Lennon δεν σταμάτησε εκεί. Δεν προέταξε μόνο την "άρνησή" του προς την ύπαρξη ενός "Θεού". Προχώρησε δίνοντας την δική του κοσμοθεωρία περί του τι είναι Ζωή και Ύπαρξη. Και μεγαλούργησε μέσα στο Χάος:

I don't believe in magic
I don't believe in I-Ching
I don't believe in Bible
I don't believe in tarot
I don't believe in Hitler
I don't believe in Jesus
I don't believe in Kennedy
I don't believe in Buddha
I don't believe in mantra
I don't believe in Gita
I don't believe in yoga
I don't believe in kings
I don't believe in Elvis
I don't believe in Zimmerman
I don't believe in the Beatles

I just believe in me
Yoko and me
And that's reality

The dream is over
What can I say?
The dream is over
Yesterday
I was the dream weaver
But now I'm reborn
I was the Walrus
But now I'm John
And so, dear friends,
You just have to carry on
The dream is over

Είπαν κι έγραψαν πολλά για το μανιφέστο του. Αυτά ο Lennon τα είπε το 1970. Από τότε έχει περάσει -μέχρι αυτή τη στιγμή που γράφω εγώ- μισός αιώνας. Όρθωσε την αλήθεια του απέναντι σε ολόκληρο το Κατεστημένο και σε όλα τα υπάρχοντα συστήματα -που παραμένουν ακριβώς τα ίδια από τότε που εμφανίστηκε ο άνθρωπος στη Γη.

Τους ενοχλούσε αφόρητα. Ήταν επικίνδυνος. Ήταν επαναστάτης και ο κόσμος έδειχνε να ενστερνίζεται ολοένα και περισσότερο τις ιδέες του. Τον λύτρωνε από τα φράγματα που το Κατεστημένο συνέχιζε να διατηρεί.

Αρχικά του στέρησαν το διαβατήριο και την είσοδο στις ΗΠΑ, τον ναό του σύγχρονου κόσμου. Μετά όμως την παγκόσμια κατακραυγή, αυτό αναιρέθηκε και οι Lennon-Ono μπόρεσαν να ζήσουν στο σπίτι τους στην Νέα Υόρκη.

Το Σύστημα βρήκε φυσικά τον τρόπο να απαλλαγεί οριστικά από τον επικίνδυνο John Lennon. Ο τρόπος ήταν παμπάλαιος και χιλιάδες φορές δοκιμασμένος. Και δεν θα ήταν ούτε η πρώτη ούτε η τελευταία φορά: Σαλβαδόρ Αλιέντε, Τσε Γκουεβάρα, Τζον και Ρόμπερτ Κένεντι, Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, Μάλκολμ Χ, Μαχάτμα Γκάντι, Ίντιρα Γκάντι, Ούγκο Τσάβεζ και τόσοι άλλοι.

Τον δολοφόνησαν εν ψυχρώ. Έξω απ' το σπίτι του. Έχει κι αυτό την σημειολογία του.

Κι έτσι ο John Lennon ειδωλοποιήθηκε και έγινε κονκάρδα. Το Imagine -μόνο αυτό- τραγουδιέται σε σχολικές γιορτές, σε νεκρώσιμες ακολουθίες, σε πάρτι -ακόμη και σε ανθεστήρια.

Ήταν πλέον ακίνδυνος.

Πέμπτη, 7 Μαρτίου 2019

Οι κονκάρδες μου

Οι πρώτες χρονολογούνται από την εποχή που ήμουν περίπου δεκαέξι χρονών. Δεν συλλέχθηκαν με την σειρά που εμφανίζονται στη φωτογραφία. Όχι. Επάνω στο χαρτόνι τις καρφίτσωσα σε εντελώς τυχαία σημεία κάποια μέρα -εδώ και αρκετά χρόνια- που αποφάσισα να μαζέψω όσες μπόρεσα να βρω για να μην τις χάσω αλλά και για να τις βλέπω και να ευχαριστιέμαι τα χρώματα και τα σχέδιά τους.

Βλέπω τις δυο πρώτες μου κονκάρδες -την μαύρη των Beatles και την κάπως διάφανη των Led Zeppelin- που τις έχω από δεκαέξι ετών. Αγορασμένες στο στέκι μας στη Λάρισα τότε, στο δισκάδικο Woodstock. Η πολύχρωμη με τα πρόσωπα των Beatles από το εξώφυλλο του Let It Be πρέπει να αγοράστηκε την ίδια εποχή.

Βλέπω την πορτοκαλί κονκάρδα με τη μονόφθαλμη φατσούλα, αγορασμένη στο σταθμό των λεωφορείων της Perugia ή της Sienna την άνοιξη του '89 -δεν θυμάμαι πού ακριβώς. Μια ακριβώς ίδια, αλλά χωρίς το κάλυμμα του ματιού, είχε η Αντιγόνη. Ποιος ξέρει τι να 'γινε.

Είναι και το αλογάκι της ΑΕΛ από τα μέσα της δεκαετίας του '80, όταν η ομάδα της Λάρισας πήρε κύπελλο και πρωτάθλημα. Μυθικά χρόνια επαρχιακής αντίστασης και καταξίωσης... Η κονκάρδα της Διεθνούς Αμνηστίας, από τα 1989, όταν είχαμε παίξει κάποιες φορές με τον Γιώργο σε εκδηλώσεις της οργάνωσης. Μας είχαν κάνει δώρο και μια μπλούζα -την έχω ακόμη ως ενθύμιο. Οι κονκάρδες με την τουρκική σημαία που έχω φέρει από την Κωνσταντινούπολη. Το εθνόσημο από το τζόκεϊ της θητείας μου. Αυτό δεν είναι κονκάρδα αλλά είναι σαν κονκάρδα!Βλέπω το σήμα της Ferrari κάπου εκεί ανάμεσα. Της Ferrari, που, κάποιο από τα μοντέλα της οδήγησα κάποιον χειμώνα πριν από λίγα χρόνια στο Παρίσι. Εντελώς αναπάντεχα.

Ανάμεσά τους είναι και μια πετρούλα που είχε μαζέψει το Αντιγονάκι, νομίζω εκείνο το καλοκαίρι στο Χορευτό -στα 1989. Την ζωγράφισε με λουλουδάκια, της κόλλησε μια παραμάνα στο πίσω μέρος και την έκανε καρφίτσα. Πολύτιμη.

Είναι κι άλλες και ίσως έχω ακόμη περισσότερες μέσα σε συρτάρια. Μια ζωή ολόκληρη. Μια ζωή-κονκάρδα.