Παρασκευή, 30 Νοεμβρίου 2018

Ο δικός μας πόλεμος

Έξι χρόνια γραφής. Έξι χρόνια δραματικών αλλαγών, εντός και εκτός. Έξι χρόνια του σύγχρονου πολέμου. Όχι όμως με όπλα, όπως εκείνος που έζησαν οι προηγούμενοι και τον ονόμασαν Δεύτερο Παγκόσμιο, αλλά με χρήματα. Ο σύγχρονος πόλεμος έγινε και γίνεται χωρίς να αναλαμβάνει άμεση δράση για να εξοντώσει ανθρώπους και λαούς. Το κάνει ύπουλα, έμμεσα. Με πλάγιους τρόπους, με αναθέσεις σε ιδρύματα, επιτροπές, συμβούλια και ενώσεις. Με ακατάπαυστη χειραγώγηση της κοινής γνώμης έτσι ώστε να την μεταμορφώσει σε άβουλη μάζα. Με διαρκή δυσφορία προς καθετί που προσπαθεί να αντισταθεί.

Ζήσαμε -και ζούμε- κι εμείς λοιπόν τον "πόλεμό μας. Ήταν η σειρά μας. Καμιά γενιά φαίνεται δεν το γλιτώνει τελικά. Κάτι θα την σημαδέψει, κάτι θα την μαρκάρει και θα την οδηγήσει σαν πρόβατο στη σφαγή. Όποιος αντέξει εκεί.

Έχουν περάσει πια πάνω από οκτώ χρόνια από την ημερομηνία της επίσημης έναρξης του πολέμου. Πολύ κράτησε και κρατάει ακόμα. Όλα όμως δείχνουν πως βρισκόμαστε στην έξοδο. Και μετά ακολουθεί πάντα η περίοδος της ανασυγκρότησης. Είναι τότε που αρχίζεις να ξαναβρίσκεις τις αισθήσεις σου και να συνέρχεσαι. Αρχικά είσαι ζαλισμένος. Φοβάσαι να βγεις στο φως -σε στραβώνει κυριολεκτικά. Τόσα χρόνια συνήθισες στο σκοτάδι και στο μούδιασμα. Τώρα σιγά-σιγά ο ήλιος αρχίζει να ζεσταίνει και πάλι τα κόκαλά σου και το αίμα να ξανακυλά στις φλέβες. Κοιτάς πίσω. Τα χρόνια γίνανε καπνός. Σαν να μην διάβηκαν ποτέ. Σαν να μην τα έζησες εσύ αλλά κάποιος άλλος. Ξένος και άγνωστος. Σαν να πέρασες οκτώ χρόνια μέσα σε ένα κρύο και ανήλιαγο κλιμακοστάσιο με παλιωμένα μάρμαρα και σαρακοφαγωμένες ξύλινες πόρτες διαμερισμάτων. Όταν ζαλιζόσουν, από πείνα, μοναξιά ή κρύο, κρατιόσουν από τη σιδερένια κουπαστή για να μην αρχίσεις να κατρακυλάς στα σκαλιά. Κόσμος δεν φάνηκε. Φωνές δεν ακούστηκαν. Ούτε παιδιά έπαιζαν στον ακάλυπτο. Ποιος τολμούσε να βγει έξω με τέτοιο κρύο; Ούτε καν τα παιδιά. Έσφιγγες πάνω σου το παλιό μπουφάν σου και τράβαγες τα χέρια σου ψηλά για να μπούνε μέσα στα μανίκια. Όσο περισσότερο διατηρούσες την θερμότητά σου, τόσο καλύτερα.

Αυτοί που ήλθαν τελικά και ανέλαβαν την ευθύνη ήταν εκείνοι που περίμενα. Και ήταν όντως όπως τους περίμενα. Πείναγαν κι εκείνοι. Στερούνταν, πόναγαν, αισθάνονταν. Αλλά προχωρούσαν. Άγρια, δύσκολα, επικίνδυνα. Αλλά προχωρούσαν. Πέρασαν παγίδες κι ενέδρες, γλίτωσαν από καρτέρια και συμμορίες, έσπειραν χειμώνα και θέρισαν καλοκαίρι. Έφαγαν τη φέτα τους κάτω απ' τον ήλιο, σαλπάροντας με τρικυμία και περπατώντας κόντρα στο χιόνι. Αλλά προχωρούσαν.

Όλα πήγαν σύμφωνα με τις προβλέψεις των ισχυρών. Ο λαός παρακολουθούσε ανήμπορος να αντιδράσει. Τώρα θα έτρωγε το πικρό ψωμί της στέρησης, της φτώχειας, της ξενιτιάς, της ανεργίας. Και, πολλές φορές, θα έκλαιγε τους δικούς του που έχασε.

Όταν τελειώνει ο πόλεμος έχεις ξεχάσει από πού ξεκίνησες. Από πού έρχεσαι. Είναι σαν να ξαναγεννιέσαι κατά κάποιον τρόπο. Από την άλλη, βέβαια, είναι και σαν να έχεις γεράσει απότομα και να έχεις αποκτήσει πολλή γνώση. Δεν θυμάσαι πού πήγαινες, δεν ξέρεις πού πας. Το μόνο που σε ενδιαφέρει είναι να παραμείνεις ζωντανός. Το ένστικτο δηλαδή. Μόνο αυτό αντέχει και από αυτό ξεκινάνε κάθε φορά τα πράγματα "για να ξαναρχίσει το πανάρχαιο δράμα".

Πέμπτη, 29 Νοεμβρίου 2018

Στον πατέρα μου

Τώρα πια, μετά από δεκαπέντε χρόνια, μου λείπεις πολύ. Κάθε μέρα "τα λέμε" και σε φωνάζω. Σε βρίσκω στα νερά που ακούω να τρέχουν για ώρες κάθε απόγευμα ενόσω δουλεύω και -κυρίως- ολόκληρες τις νύχτες για να κοιμάμαι πιο ήσυχος. Ακριβώς όπως έκανες κι εσύ με τον φυσικό ήχο του νερού, ξαπλωμένος και σκεπασμένος με την κόκκινη καρό κουβερτούλα (που έχω πια εγώ) στην άκρη στη θάλασσα ή με τη βροχή που έπεφτε στα τσίγκια του Κήπου, όπου ξεχνιόσουν για ώρες και σ' έπιανε η νύχτα. Έτσι χάνομαι κι εγώ πια. Όχι, δεν το απέκτησα τώρα όλο αυτό. Το έχω εδώ και σαράντα χρόνια ακριβώς. Θα το θυμάσαι. Το καζανάκι χάλαγε συνέχεια στο σπίτι γιατί δεν το άφηνα να σταματήσει ποτέ. Με υπνώτιζε εκείνος ο ήχος. Μέχρι που, όταν έφυγα για το πανεπιστήμιο, τον ηχογράφησα σε κασέτα για να τον πάρω μαζί μου και να τον έχω πάντα στα αυτιά μου. Τον έχω ακόμα. Τώρα πια οι ήχοι αυτοί με ακολουθούν όταν εργάζομαι. Για ώρες συνεχώς.

Θα ήθελα να ήσουν εδώ. Όχι για μένα. Για σένα θα το 'θελα. Για να ζούσες λίγο ακόμα. Εσύ. Γιατί εμένα τη ζωή μάλλον μου την έκανες δύσκολη αφού ήταν σχεδόν αδύνατο να συνυπάρχουμε χωρίς ένταση. Από αυτήν την άποψη, την καθαρά εγωιστική, με βόλεψε που έφυγες.

Η απουσία σου πυροδότησε πάρα πολλές αλλαγές στις ζωές όλων μας. Δεν τις πρόλαβες, δεν τις είδες. Δεν ξέρω καν αν είχες φανταστεί έστω κάποιες από αυτές. Σίγουρα ήξερες ότι τα πάντα θα αλλάξουν. Είτε με τον έναν, είτε με τον άλλον τρόπο. Είτε ήσουν εδώ, είτε όχι. Και σίγουρα θα έφυγες με την περιέργεια για όσα δεν πρόλαβες να δεις και τα έχασες. Τουλάχιστον είδες ένα κομμάτι ολοκληρωμένο. Το κατάφερες. Με είδες με δουλειά και σπίτι. Τη δουλειά μόνος μου, το σπίτι μισό-μισό οι δυο μας. Απ' αυτήν την άποψη ήσουν ήσυχος πια.

Σημασία έχει ότι δεν αφήσαμε κανένα υπόλοιπο μεταξύ μας. Κανένα γραμμάτιο. Τα είπαμε όλα. Όταν λέμε όλα, εννοούμε όλα. Είχαμε πάμπολλες ευκαιρίες -ειδικά τα τελευταία δυο χρόνια που ζήσαμε μαζί και συγκατοικήσαμε. Κι έτσι, καθαροί και εξαγνισμένοι, προχωρήσαμε. Εγώ στη ζωή κι εσύ στον θάνατο.

Τετάρτη, 28 Νοεμβρίου 2018

Από συνήθεια και φόβο

Από συνήθεια και από φόβο. Τα περισσότερα πράγματα που κάνουν οι άνθρωποι τα κάνουν από συνήθεια και φόβο. Πέραν δηλαδή εκείνων που υπαγορεύει το ένστικτο και ο -άλλοτε πεινασμένος ή νυσταγμένος και άλλοτε λάγνος- πίθηκος που κατοικεί μέσα μας αναλλοίωτος εδώ και πάνω από διακόσιες χιλιάδες χρόνια.

Από συνήθεια και φόβο. Βέβαια, εδώ που τα λέμε, και η συνήθεια μια απάντηση στο φόβο είναι. Γι' αυτό και οι συντηρητικοί άνθρωποι, αυτοί δηλαδή που έχουν δεξιές, όπως τις λέμε, αντιλήψεις, καθώς και οι θρησκευόμενοι (ακόμη περισσότερο οι θρησκόληπτοι), οι άνθρωποι με λίγες εμπειρίες στη ζωή τους, οι λιγότερο ταξιδεμένοι, οι άνθρωποι με "περιορισμένη" φωνή και αρκετά άλλα είδη διακρίνονται περισσότερο για τους φόβους που τους ακολουθούν. Και που συνήθως δεν αντέχουν να αντιμετωπίσουν στα ίσα αλλά προτιμούν το παλιό-καλό τέχνασμα της στρουθοκαμήλου. Και, φυσικά, κάποια μέρα το απόστημα σπάει. Κοιτάνε γύρω τους, κοιτάνε πλάι τους, κοιτάνε τα πόδια και ανοίγουν τις παλάμες τους και βλέπουν κενό. Άδειο. Και πληγές. Πληγές από τα χρόνια που πέρασαν και πίσω δεν γυρίζουν πια.

Έζησαν με φόβο και προχώρησαν με βάση τη συνήθεια. Βρήκαν μια "καλή" δουλειά, έγιναν γιατροί και δικηγόροι ή πολιτικοί μηχανικοί (παλιότερες σταθερές και ακλόνητες αξίες), έκαναν έναν "καλό" γάμο στην ώρα του (πριν τους περιλάβει η κοινωνία και αρχίσει να τους στολίζει με όλες εκείνες τις χυδαιότητες που τόσο επιμελώς κρύβει στα σκοτάδια της). Μετά χάθηκαν κάπου μεταξύ του μεγαλώματος των παιδιών, της βιοπάλης και των κοινωνικών υποχρεώσεων. Αυτές δε οι τελευταίες είναι μια άλλη τεράστια χαράδρα μέσα στην οποία όταν βουτήξουν, χάνονται όπως οι Σουλιώτισσες στον τελευταίο χορό τους.

Αχταρμάς κι αντάρα στο κεφάλι τους. Ή γαλήνια νηνεμία πασπαλισμένη με μπόλικη αστερόσκονη -ενίοτε και χρυσόσκονη ή, για τους πολύ πλούσιους, με λευκή σκόνη.

Σαχλαμάρα ζωή δηλαδή. Οι άνθρωποι έχουν την εντύπωση ότι "κάτι κάνουν" με το να ζουν. Οι απέθαντοι. Οι μάταιοι.

Βουτήξτε στην ματαιότητα για να γλυτώσετε από τον Χρόνο. Για να κερδίσετε την Μία και Μοναδική Στιγμή που μπορείτε να κερδίσετε στη διάρκεια αυτού που ονομάζουμε "ζωή" και που δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα μεγάλο Τίποτα.

  

Δευτέρα, 19 Νοεμβρίου 2018

Σιέρρα Λεόνε. Απελπισία.

Εκατοντάδες παιδάκια νεκρά, πριν καν συμπληρώσουν το πρώτο έτος της ζωής τους τα περισσότερα από αυτά. Θαμμένα στη σειρά, θαμμένα μέσα σε πλαστικές σακούλες, από ανθρώπους που φορούν μάσκες, γάντια και προστατευτικό ρουχισμό για να μην έλθουν σε επαφή με τον καταστροφικό ιό Έμπολα. Παιδιά-μιάσματα αυτής της ζωής, αυτών των ανθρώπων που κάθε μέρα κατασκευάζουν χιλιάδες βόμβες για να σκοτώνουν κι άλλα παιδάκια, σε όλα τα μέρη της γης. Αυτοί λοιπόν λέγονται "άνθρωποι".

Σήμερα ο Πρόεδρος των ΗΠΑ, αυτό το ανεκδιήγητο ανθρωποειδές, επισκέφθηκε τον τόπο όπου χτύπησε ο Αρμαγεδδών της φωτιάς, στην Καλιφόρνια. Πήγε στην ισοπεδωμένη από την φωτιά (πρώην) πόλη Paradise. Αλλά είναι τέτοιο ανθρωποειδές, τόσο ουσιαστικά αδιάφορος για όλο εκείνο που συνέβη, ώστε δύο (2) φορές αναφέρθηκε στην πόλη αποκαλώντας την "Pleasure". Τον διόρθωσαν. Χέστηκε. Το είπε και δεύτερη φορά. Πριν το πει και τρίτη, κατάφερε και το είπε σωστά. Πες μου τώρα εσύ πώς μπορεί να ένιωσε ένας από τους κατοίκους της πόλης. Ένας από όσους επέζησαν αυτής της ανείπωτης τραγωδίας.

Στην Σιέρα Λεόνε υπάρχει τεράστιος πλούτος. Διαμάντια. Πολλά διαμάντια. Αλλά και η μεγαλύτερη δυστυχία στον κόσμο. Ντρέπεσαι να σκέφτεσαι ότι λέγεσαι άνθρωπος όταν δεις τις εικόνες της ζωής στο Waterloo. Ντρέπεσαι και απελπίζεσαι. Δεν είναι δυνατόν. Και λίγο παραδίπλα, λίγα τετράγωνα πιο πέρα, οι υπερπολυτελείς βίλες των εκμεταλλευτών. Που πίνουν κυριολεκτικά το αίμα του κοσμάκη.


Δεν παλεύεται το ανθρώπινο είδος. Είναι μια σκέτη απελπισία. Έχει και "αρχές". Και "ιδέες". Και "κοινωνικά συστήματα". Και "ιστορία". Και, και, και...

Ναι. Σίγουρα διέλυσαν, σχεδόν εξαφάνισαν την Συρία, το Αφγανιστάν, το Ιράκ, την Λιβύη και τόσες άλλες περιοχές, αλλά αυτό που υποφέρει η ταλαίπωρη η Αφρική δεν περιγράφεται. Δεν χωράει σε λόγια. Δεν αντέχεται. Ούτε νερό για να πιουν. Αυτοί. Οι πιο ωραίοι άνθρωποι.

Λίγες, ελάχιστες φορές στη μέχρι τώρα ζωή μου ένιωσα τέτοια απελπισία. Δεν αντέχεται.

Πέμπτη, 15 Νοεμβρίου 2018

Φλέρυ Νταντωνάκη

Ήταν μαγική. Ήταν ασύλληπτη. Με την κυριολεκτική έννοια της λέξης. Δεν μπορούσες να συλλάβεις αυτό που έβλεπες, αυτό που άκουγες. Δεν μπορούσες να συνειδητοποιήσεις αυτό που συνέβαινε. Δεν θα την ξέχναγα ποτέ, όσο κι αν όλα συνέβησαν σαν σε ένα όνειρο. Και βέβαια, κάποτε υπήρξε τόσο όμορφη γυναίκα...


Πρέπει να ήταν το βράδυ της ονομαστικής μου εορτής, ίσως το 1984. Δεν θυμάμαι τη χρονιά, αλλά προσπαθώ να το συμπεράνω ενθυμούμενος σε ποιο σπίτι έμενα, με ποιους έκανα παρέα και σε ποια προσωπική κατάσταση βρισκόμουν. Θυμάμαι, σαν τώρα, να είμαι στο σπίτι της φίλης μου της Ζωής, Κουμανούδη 4, στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας. Εκεί όπου η Ζωίτσα άναβε το τσιγάρο στο μάτι της κουζίνας όταν ξέμενε από φωτιά -κάτι που συνέβαινε συχνά, ήταν τόσο χύμα, αλλά όμορφο χύμα. Εκείνο το βράδυ δεν είχα καθόλου κέφια και η Ζωή εκείνες τις εποχές ήταν το αποκούμπι μου, ο σύντροφος και φίλος μου. Η κολλητή μου. Αφού τα είπαμε, τα ήπιαμε και καπνίσαμε, γυρνάει και μου λέει: Πάμε να ακούσουμε την Νταντωνάκη απόψε που είναι η γιορτή σου; Πρέπει να κάνουμε κάτι ξεχωριστό απόψε! Δεν το πολυσκέφτηκα μάλλον γιατί σε λίγο βρισκόμασταν στον Πύργο Απόλλων, στους Αμπελόκηπους -εκεί που μετά από χρόνια θα κατοικούσε το "κορίτσι του 19ου ορόφου" (https://giorgosvelentzas.blogspot.com/2018/01/19.html). Εκεί ψηλά λοιπόν, στον τελευταίο όροφο, υπήρχε διαμορφωμένο ένα πιάνο μπαρ. Το θυμάμαι πεντακάθαρα αυτό. Εκεί βρεθήκαμε με την Ζωίτσα και καθίσαμε σε ένα τραπέζι λίγο μετά την είσοδο. Κι αυτό το θυμάμαι επειδή έχω την εικόνα της θέσης του πιάνου και της όρθιας Φλέρυς να τραγουδάει.

Δεν θυμάμαι τίποτα απόλυτα συγκεκριμένο. Δεν θυμάμαι τι τραγούδησε, τι φορούσε, αν ήταν ξυπόλητη, όπως το συνήθιζε, και αν είπε κάτι άλλο πέρα από τα τραγούδια. Την θυμάμαι ως μορφή όρθια να τραγουδάει πάνω από το πιάνο. Είναι πολύ πιθανό να είχα πιει αρκετά ή να ήμουν απορροφημένος στις σκέψεις μου ή στην κουβέντα με την Ζωή. Βέβαια, έχουν περάσει και σχεδόν τριάντα πέντε χρόνια από τότε και, όσο και να το ήθελα, θα ήταν μάλλον δύσκολο να θυμόμουν καθαρά εκείνη τη βραδιά. Πάντως θυμάμαι πεντακάθαρα πως η αίσθηση που είχα μετά, αλλά και όλα τα κατοπινά χρόνια, ήταν πως εκείνο το βράδυ συνέβη κάτι πολύ "μεγάλο", κάτι μοναδικό για ολόκληρη τη ζωή μου.

Με την Ζωή χαθήκαμε μετά από λίγα χρόνια. Οι ζωές μας άλλαξαν ραγδαία. Όπως αλλάζουν οι ζωές των ανθρώπων όταν αρχίζουν να ανοίγουν τα φτερά τους και να πετάνε προς το μέλλον τους. Μετά από πάρα πολλά χρόνια "βρεθήκαμε" στο facebook. Εκείνη εγκατεστημένη από πολλά χρόνια στα Χανιά κι εγώ πάντα στην Αθήνα. Ένα από τα πρώτα πράγματα που της είπα όταν αρχίσαμε να κουβεντιάζουμε ήταν το πόσο την ευχαριστώ όλα αυτά τα χρόνια για εκείνο το βράδυ που "με πήγε" να ακούσουμε την Φλέρυ. Και ότι ήταν ένα από τα σπουδαιότερα δώρα που μου έχουν κάνει στη ζωή μου. Συγκινηθήκαμε.


Όταν πλέον κάποια μέρα αποφάσισα να πάω μια βόλτα σχεδιασμένη από καιρό στην άλλη πλευρά του Υμηττού, πίσω από το σπίτι μου, εκεί όπου βρίσκονται ξαπλωμένοι αιώνια ο Μάνος Χατζιδάκις και η Φλέρυ Νταντωνάκη, στάθηκα σ' ένα ανθοπωλείο της Παιανίας και πήρα δυο λευκά τριαντάφυλλα. Ένα για εκείνον κι ένα για εκείνη. Την αιώνια Φωνή.


Τρίτη, 13 Νοεμβρίου 2018

Στα Χρόνια της Χολέρας


Πόση σαχλαμάρα γεμίσαμε αυτά τα χρόνια. Τα "χρόνια του μνημονίου" -κάτι σαν τα Χρόνια της Χολέρας. Πόσοι και πόσοι επαΐοντες εμφανίσθηκαν και επαίρονταν πως κόμιζαν γλαύκα εις Αθήνας. Είχαν τις λύσεις. Ήταν επαναστάτες. Ήταν ανατρεπτικοί. Ήταν οι τέλειοι αναλυτές των εσωτερικών αλλά και των παγκόσμιων θεμάτων. Ήταν φωτισμένοι οικονομολόγοι. Ήταν στρατηγοί. Ήταν μύστες. Ήταν και τι δεν ήταν. Ο κάθε πικραμένος αυτοχριζόταν μεσσίας και όρμαγε στην πλατεία σέρνοντας ξωπίσω του ένα πολύχρωμο πλήθος. Τους φορτώθηκε ο κοσμάκης στην πλάτη του μαζί με τα απωθημένα τους (αφού αυτά τους έσπρωξαν κάτω από το φως των προβολέων) και αυτοί άρχιζαν να ξερνάνε. Ήταν πολιτικοί, δημοσιογράφοι, άνθρωποι της "τέχνης", πρώην ανεπάγγελτοι και πολλά άλλα είδη και ποικιλίες.

Πολλοί από αυτούς συνεχίζουν ακόμα. Κάποιοι έφτιαξαν μέχρι και πολιτικά κόμματα. Άλλοι έφυγαν από πολιτικά κόμματα, αρνούμενοι να "συμβιβαστούν". Μερικοί απ' αυτούς κρώζουν ακόμη μόνοι τους, σαν τους γύπες, στη μέση της ερήμου τους, ενώ άλλοι, πιο "έξυπνοι" αυτοί, προσεταιρίστηκαν νέα σχήματα και άλλαξαν χρώμα φανέλας.

Η κρίση ξεγύμνωσε τους πάντες και έφερε τον ωμό ρεαλισμό στην επιφάνεια. Τον ωμό ρεαλισμό που αναζητά αποτελέσματα. Όχι με μακιαβελικό τρόπο. Και σίγουρα όχι με τον τρόπο που οδήγησε χιλιάδες ανθρώπους στην αυτοκτονία εξαιτίας της απελπισίας και του αδιεξόδου που βίωναν. Αλλά αποτελέσματα. Απτά, καθαρά και συμβιβασμένα στις χρυσές τομές -ή, έστω, όσο πιο κοντά τους γίνεται. Γιατί όποιος δεν το κατάλαβε αυτό, ότι δηλαδή τα ουσιαστικά και μεγάλα αποτελέσματα είναι προϊόντα συμβιβασμών, παρέμεινε ένα αγνό και αθώο παιδί, που, όμως, ποτέ του δεν θα μεγαλώσει και δεν θα ενηλικιωθεί, έτσι ώστε να έχει τη ζωή στα χέρια του και να την πάει βόλτα. Απλώς θα της πετάει πέτρες άσκοπα.

Από εδώ και πέρα τα πράγματα θα είναι διαφορετικά και σκληρότερα από το παρελθόν που αφήσαμε για πάντα πίσω μας. Τότε, σ' εκείνη την άλλη ζωή, την "παραδεισένια", πριν από τα Χρόνια της Χολέρας.

Παρασκευή, 2 Νοεμβρίου 2018

"Ήθελα ν' αλλάξω, να πετάξω"

Τα τελευταία χρόνια στα γενέθλιά μου αναμετριέμαι με τους νεκρούς μου. Τους θυμάμαι όλους έναν-έναν. Την θεία μου την Πότα, τον θείο μου τον Βασίλη, την Αντιγόνη, τον Γιώργο και τον ξάδελφό μου.

Όχι, όχι. Ούτε μια στιγμή δεν σκέφτηκα, δεν ένιωσα πως είμαι "τυχερός" που είμαι ακόμη εδώ, ενώ εκείνοι όχι. Ούτε μια στιγμή. Ούτε συνειδητά, ούτε υποσυνείδητα, ούτε ασυνείδητα. Ποτέ. Θλίβομαι λίγο -φευγαλέα ειν' η αλήθεια- γιατί εκείνοι δεν πρόλαβαν να ζήσουν λίγο ακόμα. Να ζήσουν κάποια πράγματα που μάλλον δεν τα έζησαν. Αλλά κι από εκεί συνέρχομαι πολύ γρήγορα, αφού δεν υπάρχει κανένα κριτήριο και μέτρο για τίποτα και, συνεπώς, είναι αδύνατον να ξέρω τι "έζησαν" και τι "δεν έζησαν".

Κάθε φορά λοιπόν που έφτανα στην ηλικία του θανάτου τού καθενός, σκεφτόμουν πως εκείνος δεν πρόλαβε να ζήσει περισσότερο. Μέχρι εκεί ήταν. Μέχρι εκεί έζησε. 47, 51, 37, 45, 52. Και μετά σκεφτόμουν πώς θα ήταν αν κι εγώ έφευγα σ' εκείνη την ηλικία; Τι θα είχε υπάρξει η ζωή μου; Τι θα είχα ζήσει; Τι δεν θα είχα ζήσει; Τι θα "έχανα"; Σε ποιον θα έλειπα; Τι και πώς θα συνεχιζόταν μετά από μένα;

Η απάντηση σ' όλα αυτά τα ερωτήματα -αλλά και σ' άλλα τόσα- ήταν, είναι και θα είναι μία: "Η παράνοια που τρέχει", όπως λέει και ο παλιός μου φίλος ο Κώστας τόσο σοφά σ' εκείνο το πολύ πρώιμο τραγούδι του.

"Ήθελα ν' αλλάξω, να πετάξω".

Ποιος πρόλαβε ν' αλλάξει; Ποιος πρόλαβε να πετάξει; Δεν νομίζω να το κατάφερε κανένας από όσους έζησαν σ' αυτές τις διαστάσεις που αντιλαμβανόμαστε ως ζωή. Και ούτε θα το καταφέρει κανείς. Η παράνοια θα τρέχει και θα συνεχίσει να τρέχει χωρίς λόγο ακριβώς επειδή είναι παράνοια. Και οι άνθρωποι ξωπίσω της, νομίζοντας πως με όλα τα ανούσια και α-νόητα που κάνουν -και βαφτίζουν "ζωή"- θα τρέχουν να προλάβουν να αλλάξουν. Σαχλαμάρες.

Ανοίγω τον παλιό φάκελο με όλα τα απομεινάρια μιας ζωής πενήντα τριών ετών. Γραφτά, πολλά γραφτά. Χαρτιά μικρά, μεγάλα, άσπρα, ροζ, πράσινα. Γραμμένα με μπλε, μαύρο και κόκκινο μελάνι, με μολύβι ή σε γραφομηχανή. Κείμενα κατεβατά, ποιήματα και τραγούδια μισοτελειωμένα, άλλα ολοκληρωμένα που κατάφερα να τα ντύσω με μια στοιχειώδη μελωδία και αλλού, σε άλλες μεριές, σχέδια για τραγούδια. Έψαχνα ένα συγκεκριμένο. Γραμμένο τη νύχτα που γινόμουν είκοσι πέντε, δηλαδή πριν από είκοσι οκτώ χρόνια. Με θυμάμαι σαν τώρα να κάθομαι μπροστά στο λευκό χαρτί και να αρχίζω να γράφω. Με θυμάμαι σαν τώρα να πιάνω την κιθάρα και να σκαρώνω στα γρήγορα μια τρυφερή μελωδία για να το τραγουδήσω. Με θυμάμαι να το τραγουδώ και να το ηχογραφώ κάπου, σε μια κασέτα της εποχής εκείνης. Υλική κασέτα και όχι σε άυλο μέσο, όπως κάνουμε όλοι πια στις μέρες μας. [Άλλη μεγάλη ιστορία κι αυτή, που συνέβαλε τα μέγιστα στην "παράνοια που τρέχει": όλα έχουν γίνει άυλα. Οι φωτογραφίες, τα τραγούδια, τα ποιήματα, οι φωνές, τα χρώματα, ο έρωτας, ο πόλεμος, το χάος μέσα μας.]

Δεν το βρήκα το τραγούδι. Κι όμως, ήμουν σίγουρος πως εκείνη τη σελίδα δεν την πέταξα ποτέ. Σε καμιά από όλες εκείνες τις εκκαθαρίσεις που κάνω κάθε κάποια χρόνια και πετώ πολλά πράγματα από το παρελθόν. Έχω την εικόνα του. Θα μου πεις, "Ε, και; Αφού δεν υπάρχει Χρόνος, μάλλον θυμάσαι μια εικόνα του 1990". Πολύ πιθανό. Έτσι όπως έχουν εξαφανιστεί πλέον τα όρια και τα διαχωριστικά του Χρόνου και του Τόπου, αυτό είναι το πιθανότερο. Όλα είναι τότε και τώρα και μετά. Όπως όλα είναι εκεί κι εδώ κι αλλού. Την ίδια στιγμή, στο ίδιο σημείο.

Έτσι θυμάμαι κάθε χρόνο τα πάντα. Όλα βρίσκονται την ίδια στιγμή στο ίδιο σημείο. Αλλά κι εκεί κι εδώ κι αλλού. Και χθες και τώρα και -ίσως- αύριο.
Στίχοι: Κώστας Πατάπης
Μουσική: Κώστας Πατάπης-Γιώργος Αραπάκης
Τραγούδι: Γιώργος Αραπάκης
Κιθάρες: Γιώργος Αραπάκης-Γιώργος Βελέντζας
Ηχογράφηση: 1990, ΕΡΤ