Παρασκευή, 29 Νοεμβρίου 2019

Κάποια μέρα


Κάποια μέρα
θα επιστρέψω και θα πω
όλη την αλήθεια

Θα έχουν περάσει αιώνες
δεν θα με φοβίζουν χειμώνες

Μόλις θα έχω πετάξει
και θα έχω ξεκολλήσει
τα πόδια μου απ' τη γη

Κι από κει ψηλά
θα μιλώ ακουμπώντας
στα σύννεφα

Τετάρτη, 20 Νοεμβρίου 2019

Γιάννης Σπανός


Στον Γιάννη, με τόση πολλή αγάπη...


Τις πρώτες μέρες όχι απλώς δεν μπορούσα να γράψω για εκείνον αλλά ούτε να ακούσω μελωδίες και τραγούδια του μπορούσα. Βούρκωνα από την πολλή φόρτιση. Μαζί του έφευγε ένα πολύ μεγάλο κομμάτι της νιότης μου. Ούτε κιθάρα άγγιξα. Μέχρι σήμερα, που χάιδεψα για λίγο τις "Κυριακές στην Κατερίνη".


Ο Γιάννης ο Σπανός υπήρξε ένας από τους ανθρώπους που με ενθάρρυναν πάρα πολύ στη διάρκεια της πορείας μου στη μουσική. Και, ευθύς εξαρχής, ομολογώ πως για πάντα θα του οφείλω ένα μεγάλο Ευχαριστώ -πέραν όσων του είχα εκφράσει τότε που βρισκόμασταν.

Τον πρωτοσυνάντησα στο πατρικό του σπίτι στο Κιάτο, το οποίο εκείνα τα χρόνια το είχε μετατρέψει σε μπουάτ. Το σπίτι στη γνωστή Οδό Αριστοτέλους. Εκεί όπου έζησε τα παιδικά του χρόνια και εκεί όπου επέστρεφε όποτε μπορούσε.

Ήταν μεσημέρι. Το μαγαζί άδειο και φωτισμένο από τον ήλιο. Τα τραπέζια, το μπαρ, η σκηνή με τους ενισχυτές, τα μικρόφωνα και τις κονσόλες. Οι τρεις μας μόνο μέσα: ο Γιάννης, ο Φάνης κι εγώ, ακροβολισμένοι σε τρεις διαφορετικές γωνίες του μεγάλου χώρου. Πολύ μακριά ο ένας από τον άλλο. Ο Γιάννης σε ένα τραπεζάκι πίσω αριστερά, ο Φάνης στην άκρη του μπαρ, στο βάθος δεξιά, κι εγώ στη μεγάλη σκηνή. Ο Φάνης είχε λυσσάξει από καιρό να "με πάει στον Γιάννη" για να με ακούσει. Ο Φάνης με θαύμαζε και με πίστευε πάρα πολύ. Είχε έλθει πια η ώρα.

Τον Γιάννη τον Σπανό τον λάτρευα -και τον λατρεύω- ως συνθέτη. Ένιωθα πάντα την απέραντη ευαισθησία του και τον λυρισμό του να ξεχύνονται σαν ποτάμια από τις μελωδίες του. Τον τραγούδησα από τότε που πρωτοέπιασα την κιθάρα και άνοιξα το στόμα μου μπροστά σε μικρόφωνο. Τον θεωρούσα πάντα τον σπουδαιότερο μελωδό μας. Διέθετε τεράστια άνεση να γράφει μαγικά και ταυτόχρονα απλά. Αυτό είναι εξάλλου το χαρακτηριστικό των πραγματικά πολύ μεγάλων δημιουργών. Με δυό-τρεις συγχορδίες κάνουνε θαύματα. Μόνο που -από μουσική άποψη- ο Γιάννης ο Σπανός ήταν μακράν ο καλύτερος και σε κάτι ακόμη: στη χρήση της ελαττωμένης συγχορδίας -της "ντιμινουίτας", όπως είναι γνωστή. Ήταν ικανός να κρατήσει μια ελαττωμένη για πολλά μέτρα -κάτι αδιανόητο για όλους τους υπόλοιπους Έλληνες συνθέτες. Όλους. Μηδενός εξαιρουμένου. Μηδενός. Λες και τη μάγευε την ελαττωμένη κι εκείνη δεν έλεγε να ξεκολλήσει από τα δάχτυλά του και να δώσει τη θέση της σε μια μείζονα ή σε μια ελάσσονα. Μάγος. Εκεί παίχτηκαν οι μεγάλες μελωδίες του Σπανού. Στις ελαττωμένες. Όταν ο Σπανός πέρναγε μια ελαττωμένη, το παιχνίδι είχε κερδηθεί. Και κάτι τελευταίο για το μουσικό ταλέντο του: ήταν -επίσης- ο μοναδικός που έκανε τις μείζονες συγχορδίες να ακούγονται σαν ελάσσονες. Τα ματζόρε, δηλαδή, να ακούγονται σαν μινόρε. Και αυτό συνέβαινε ακριβώς χάρη στην έξοχη χρήση των ελαττωμένων, οι οποίες, ως συνδετικοί κρίκοι, έφερναν αυτό το αποτέλεσμα. Ήταν μεγάλος μάστορας. Ανεπανάληπτος. Πόσα και πόσα τραγούδια του θαρρείς πως "μοιάζουν" μεταξύ τους. Κι όμως. Όταν προχωρήσουν λίγο τα μέτρα και αρχίσεις να τραγουδάς, αναρωτιέσαι πώς ήταν δυνατόν να σου μπει μια τέτοια "παλαβή" ιδέα. Στοιχεία μεγάλου, πολύ μεγάλου δημιουργού είναι αυτά. Όπως, βέβαια, και η πατρότητα και αναδοχή ενός ολόκληρου είδους, ρεύματος τραγουδιού που εμφανίστηκε τότε, στην ανεπανάληπτη δεκαετία του '60, στη χώρα: του Νέου Κύματος. Μόνον ένας πολύ μεγάλος συνθέτης είναι ικανός να "εισαγάγει" ένα ολόκληρο και καινούργιο "είδος" τραγουδιού ή μουσικής. Και ο Γιάννης αυτό ήταν. Πολύ μεγάλος. Κάτι που μόνον ο Μάνος Χατζιδάκις έχει πετύχει στον τόπο μας. Κανένας άλλος. Κανένας. Ο Μίκης; Ο Μίκης ήταν απλώς "σημείο των καιρών" και τίποτε περισσότερο. Γι' αυτό και ο Γιάννης ο Σπανός, όπως ακριβώς και ο Μάνος Χατζιδάκις, δεν επηρεάστηκε από την μεταπολίτευση και δεν έγραψε "πολιτικά" τραγούδια. Όχι γιατί δεν είχε πολιτική άποψη αλλά γιατί ήταν αυθεντικός Καλλιτέχνης. Τον ενδιέφερε μόνον η Τέχνη του. 

Φυσικά και είχα αγωνία, τρακ. Είχα απέναντί μου τον Γιάννη τον Σπανό. Έναν από τους τρεις-τέσσερις κορυφαίους συνθέτες μας. Σκεφτόμουν τι να του τραγουδήσω και το μόνο που μου ερχόταν στο μυαλό ήταν ένα δικό του τραγούδι -αφού εκείνα τα χρόνια ήμουν πλημμυρισμένος από τις μελωδίες του. Καταλάβαινα ότι θα ήταν σαν να τον λιβανίζω δουλοπρεπώς. Μέσα μου όμως τραγουδούσα συνεχώς το "Η ομίχλη μπαίνει από παντού στο σπίτι". Κάθισα στο σκαμπό, μπροστά στο μικρόφωνο. "Να τραγουδήσω εδώ;" τον ρωτάω. "Ναι, ναι. Φυσικά." "Κύριε Σπανέ, το ξέρω ότι θα ακουστεί κάπως, αλλά θα σας πω ένα δικό σας τραγούδι γιατί ζω μαζί του συνεχώς τον τελευταίο καιρό", του λέω κοκκινίζοντας. Κοκκίνισε κι εκείνος -είχε πολλή συστολή ως άνθρωπος- και μου λέει "Εντάξει". Αφού τελείωσα, με κοίταξε και μου είπε: "Τώρα θέλω να μου τραγουδήσεις κάτι δικό σου. Είμαι σίγουρος πως γράφεις". Του έγνεψα καταφατικά και αφού σκέφτηκα λίγο, του έπαιξα τους "Δρόμους". Το βλέμμα του άστραψε. "Υπέροχο", μου λέει. "Παίξ' το ξανά!" Το ξανάπαιξα. Ο Σπανός σκεφτόταν. Φαινόταν στα μάτια του. "Παίξε μου και κάτι άλλο", μου λέει. Πάλι σκέφτομαι λίγο και του παίζω τον μελοποιημένο "Αγαμέμνονα" από τα Ρω του Έρωτα. Εκεί ενθουσιάστηκε. "Πάρα πολύ καλή μελωδία. Αλλά θέλει δουλειά κι άλλη. Να την αναπτύξεις κι άλλο". Και κατέληξε με μια συμβουλή, "Μην ασχοληθείς με τραγούδια άλλων. Γράψε δικά σου. Άκουσε μουσικές και δούλεψε".

Εκείνη η μέρα πέρασε, έφυγε. Αλλά τον Γιάννη τον Σπανό πήγα κάποιες φορές και τον επισκέφθηκα, μόνος μου πλέον, στο εξοχικό που είχε εκείνα τα χρόνια στην Ερέτρια. Δεν θυμάμαι πώς ξεκίνησε αυτό, πώς με προσκάλεσε -εξάλλου δεν έχει καμιά σημασία. Θυμάμαι ότι καθόμασταν στη μικρή καταπράσινη αυλή του τα καλοκαιρινά μεσημέρια. Αντικριστά. Και συζητούσαμε ώρες. Μας έπαιρνε το απόγευμα και ξεκίναγε το βράδυ όταν πια έπαιρνα το καραβάκι για να περάσω πάλι απέναντι, στον Ωρωπό. Εκείνη την περίοδο είχα πολλά ερωτηματικά σχετικά με την πορεία μου στη μουσική. Του τα έλεγα όλα άφοβα και χωρίς ντροπές. Με άκουγε με προσοχή και σοβαρότητα. Ποτέ δεν ένιωσα να με υποτιμά ή να μην ακούει προσεκτικά όσα του έλεγα. Έμπαινε πολύ άνετα στον κόπο μου. Μου έλεγε πως αυτά είναι συνηθισμένα στους δημιουργούς. Να νιώθουν, δηλαδή, ότι στέρεψαν, ότι τελείωσαν και δεν έχουν άλλο. Να αμφισβητούν συνεχώς τον εαυτό τους. Αυτό όμως ακριβώς είναι εκείνο που τους ξαναγεννά και τους φέρνει πάλι κοντά στην τέχνη τους. Στα χρόνια που ακολούθησαν το διαπίστωσα πολλές φορές.

Δεν έπαψα ποτέ να ακούω και να παίζω τα τραγούδια και τις μελωδίες του. Ακόμη και τα τελευταία χρόνια, που ακούω σε μεγάλο βαθμό κυρίως κλασική μουσική, ο Γιάννης ο Σπανός είναι ένα ζεστό, τρυφερό λιμάνι μέσα στην καρδιά μου. Μια γωνιά που πάντα με χαϊδεύει και μου μαλακώνει το μέσα μου.

Γιάννη Σπανέ, τον δούλεψα τον "Αγαμέμνονα" και έγινε πολύ όμορφος πια. Αλλά δεν τον άκουσες τελειωμένο. Όπως δεν άκουσες -ούτε θα ακούσεις- όλες τις υπέροχες μελωδίες που σκάρωσα τα τελευταία δέκα χρόνια. Είμαι σίγουρος πως θα τις λάτρευες.

Κυριακή, 17 Νοεμβρίου 2019

Θα 'θελα


Θα 'θελα.
Κάποιες φορές θα 'θελα πολύ.
Έτσι, όπως τώρα.
Με τα σημερινά μάτια.

Αλλά πια δεν μπορώ.
Δεν μπορώ να γυρίσω πίσω.
Δεν με κρατάει τίποτα εκεί.
Όμως ούτε κι εδώ χωράω.



Σάββατο, 2 Νοεμβρίου 2019

Τα πουλιά

Στη ζωή μου περισσότερο απ' όλα τα ζώα αγάπησα τα πουλιά. Αγάπησα τα πουλιά γιατί πετούν ελεύθερα. Γιατί μπορούν και βλέπουν τα πράγματα από ψηλά κι έτσι βιώνουν τη σχετικότητα του μεγέθους. Αγάπησα τα πουλιά γιατί, μόνον αυτά, μπορούν και ταξιδεύουν μακριά. Κανένα άλλο ον δεν έχει αυτήν την τεράστια δυνατότητα. Να διασχίζει ωκεανούς και ηπείρους προκειμένου να αλλάξει περιβάλλον. Αγάπησα τα πουλιά γιατί κυνηγούν το καλοκαίρι και τελικά καταφέρνουν και το φτάνουν. Και ζούνε πάντα μαζί του. Αγάπησα τα πουλιά γιατί είναι πιο κοντά από όλους μας στον "ουρανό".

Επειδή αγάπησα τόσο πολύ τα πουλιά, θέλησα από πολύ μικρός να πετάξω. Κυριολεκτικά. Σαν τον Δαίδαλο και τον Ίκαρο. Αλλά, δυστυχώς, τότε δεν υπήρχαν τα τεχνικά μέσα. Σήμερα πια βλέπω πως υπάρχουν και ο άνθρωπος μπορεί να πετάξει αυτόνομα, ως άτομο, για αρκετά μέτρα πάνω απ' τη γη. Ίσως στο μέλλον μπορέσει περισσότερα.

Η ζωή τα 'φερε έτσι που δεν κατάφερα να γίνω ούτε αστροναύτης ούτε πιλότος -κάτι που το ήθελα από παιδί. Ήταν πέρα από τις δυνάμεις και τα θέλω μου. Δεν εξαρτιόταν από εμένα. Δεν έγινα. Έτσι ήθελε η ζωή -και μόνον αυτή. Έμαθα όμως τα πάντα γι' αυτούς και κάθε φορά που ταξιδεύω πάνω απ' τη γη νιώθω πως δεν θέλω να ξανακατέβω.

Δευτέρα, 14 Οκτωβρίου 2019

Μαύρη Πανσέληνος

Έτσι την ονομάζουν την φετεινή πανσέληνο του Οκτωβρίου. Δεν ξέρω γιατί, οι αστρολόγοι τα λένε αυτά. Από αρχαιοτάτων χρόνων, από τους αρχαίους Αιγύπτιους και τους άλλους λαούς της Μέσης Ανατολής, η αστρολογία έπαιζε πολύ σημαντικό ρόλο στη ζωή των ανθρώπων. Όσο κι αν οι επιστήμες της αιτιοκρατικής λογικής την αμφισβητούν και την διακωμωδούν. Αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία.

Εγώ ξέρω πως την τελευταία εβδομάδα πέρασα των παθών μου τον τάραχο όσον αφορά στην ψυχοσωματική μου ισορροπία. Ποια ισορροπία, δηλαδή; Ήταν -και θα δούμε πώς θα εξελιχθεί από αύριο το πρωί- μια από τις πολύ δύσκολες και ανισόρροπες περιόδους μου. Μόλις σήμερα αναρωτήθηκα μήπως είχαμε κάποια πανσέληνο αυτές τις μέρες. Το έψαξα και έτσι έπεσα πάνω στην Μαύρη Πανσέληνο και στα ντράβαλά της.

Σήμερα το βράδυ ολοκληρώθηκε και η αποκατάσταση του πατώματος στον πάνω όροφο. Ήταν μια μικρή κόλαση αυτές οι μέρες με τους μάστορες να δουλεύουν, να τρυπάνε με τροχούς, το σπίτι να είναι γιαπί και η πούδρα της σκόνης -αλλά και τα μικρά μπάζα- να βρίσκονται παντού κι εγώ να πρέπει να δουλεύω.

Το αριστερό μου μάτι κουράστηκε πολύ και βλέπει πανάδες, μιγάκια, κύκλους, τρίχες και άλλα πολλά εμπριμέ. Αύριο στον οπτικό επειγόντως γιατί πρέπει να αλλάξω όλα τα ζευγάρια γυαλιά μου. Και επιπλέον εξέταση αίματος πρωί-πρωί.

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Στο μεταξύ, στο δωμάτιο 208 της Παθολογικής στο νοσοκομείο της Κορίνθου, αυτή τη στιγμή η Ντίνα μπορεί να αφήνει την τελευταία της πνοή. "Μαύρη" η πανσέληνος από παντού.