Δευτέρα, 19 Νοεμβρίου 2018

Σιέρρα Λεόνε. Απελπισία.

Εκατοντάδες παιδάκια νεκρά, πριν καν συμπληρώσουν το πρώτο έτος της ζωής τους τα περισσότερα από αυτά. Θαμμένα στη σειρά, θαμμένα μέσα σε πλαστικές σακούλες, από ανθρώπους που φορούν μάσκες, γάντια και προστατευτικό ρουχισμό για να μην έλθουν σε επαφή με τον καταστροφικό ιό Έμπολα. Παιδιά-μιάσματα αυτής της ζωής, αυτών των ανθρώπων που κάθε μέρα κατασκευάζουν χιλιάδες βόμβες για να σκοτώνουν κι άλλα παιδάκια, σε όλα τα μέρη της γης. Αυτοί λοιπόν λέγονται "άνθρωποι".

Σήμερα ο Πρόεδρος των ΗΠΑ, αυτό το ανεκδιήγητο ανθρωποειδές, επισκέφθηκε τον τόπο όπου χτύπησε ο Αρμαγεδδών της φωτιάς, στην Καλιφόρνια. Πήγε στην ισοπεδωμένη από την φωτιά (πρώην) πόλη Paradise. Αλλά είναι τέτοιο ανθρωποειδές, τόσο ουσιαστικά αδιάφορος για όλο εκείνο που συνέβη, ώστε δύο (2) φορές αναφέρθηκε στην πόλη αποκαλώντας την "Pleasure". Τον διόρθωσαν. Χέστηκε. Το είπε και δεύτερη φορά. Πριν το πει και τρίτη, κατάφερε και το είπε σωστά. Πες μου τώρα εσύ πώς μπορεί να ένιωσε ένας από τους κατοίκους της πόλης. Ένας από όσους επέζησαν αυτής της ανείπωτης τραγωδίας.

Στην Σιέρα Λεόνε υπάρχει τεράστιος πλούτος. Διαμάντια. Πολλά διαμάντια. Αλλά και η μεγαλύτερη δυστυχία στον κόσμο. Ντρέπεσαι να σκέφτεσαι ότι λέγεσαι άνθρωπος όταν δεις τις εικόνες της ζωής στο Waterloo. Ντρέπεσαι και απελπίζεσαι. Δεν είναι δυνατόν. Και λίγο παραδίπλα, λίγα τετράγωνα πιο πέρα, οι υπερπολυτελείς βίλες των εκμεταλλευτών. Που πίνουν κυριολεκτικά το αίμα του κοσμάκη.


Δεν παλεύεται το ανθρώπινο είδος. Είναι μια σκέτη απελπισία. Έχει και "αρχές". Και "ιδέες". Και "κοινωνικά συστήματα". Και "ιστορία". Και, και, και...

Ναι. Σίγουρα διέλυσαν, σχεδόν εξαφάνισαν την Συρία, το Αφγανιστάν, το Ιράκ, την Λιβύη και τόσες άλλες περιοχές, αλλά αυτό που υποφέρει η ταλαίπωρη η Αφρική δεν περιγράφεται. Δεν χωράει σε λόγια. Δεν αντέχεται. Ούτε νερό για να πιουν. Αυτοί. Οι πιο ωραίοι άνθρωποι.

Λίγες, ελάχιστες φορές στη μέχρι τώρα ζωή μου ένιωσα τέτοια απελπισία. Δεν αντέχεται.

Πέμπτη, 15 Νοεμβρίου 2018

Φλέρυ Νταντωνάκη

Ήταν μαγική. Ήταν ασύλληπτη. Με την κυριολεκτική έννοια της λέξης. Δεν μπορούσες να συλλάβεις αυτό που έβλεπες, αυτό που άκουγες. Δεν μπορούσες να συνειδητοποιήσεις αυτό που συνέβαινε. Δεν θα την ξέχναγα ποτέ, όσο κι αν όλα συνέβησαν σαν σε ένα όνειρο. Και βέβαια, κάποτε υπήρξε τόσο όμορφη γυναίκα...


Πρέπει να ήταν το βράδυ της ονομαστικής μου εορτής, ίσως το 1984. Δεν θυμάμαι τη χρονιά, αλλά προσπαθώ να το συμπεράνω ενθυμούμενος σε ποιο σπίτι έμενα, με ποιους έκανα παρέα και σε ποια προσωπική κατάσταση βρισκόμουν. Θυμάμαι, σαν τώρα, να είμαι στο σπίτι της φίλης μου της Ζωής, Κουμανούδη 4, στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας. Εκεί όπου η Ζωίτσα άναβε το τσιγάρο στο μάτι της κουζίνας όταν ξέμενε από φωτιά -κάτι που συνέβαινε συχνά, ήταν τόσο χύμα, αλλά όμορφο χύμα. Εκείνο το βράδυ δεν είχα καθόλου κέφια και η Ζωή εκείνες τις εποχές ήταν το αποκούμπι μου, ο σύντροφος και φίλος μου. Η κολλητή μου. Αφού τα είπαμε, τα ήπιαμε και καπνίσαμε, γυρνάει και μου λέει: Πάμε να ακούσουμε την Νταντωνάκη απόψε που είναι η γιορτή σου; Πρέπει να κάνουμε κάτι ξεχωριστό απόψε! Δεν το πολυσκέφτηκα μάλλον γιατί σε λίγο βρισκόμασταν στον Πύργο Απόλλων, στους Αμπελόκηπους -εκεί που μετά από χρόνια θα κατοικούσε το "κορίτσι του 19ου ορόφου" (https://giorgosvelentzas.blogspot.com/2018/01/19.html). Εκεί ψηλά λοιπόν, στον τελευταίο όροφο, υπήρχε διαμορφωμένο ένα πιάνο μπαρ. Το θυμάμαι πεντακάθαρα αυτό. Εκεί βρεθήκαμε με την Ζωίτσα και καθίσαμε σε ένα τραπέζι λίγο μετά την είσοδο. Κι αυτό το θυμάμαι επειδή έχω την εικόνα της θέσης του πιάνου και της όρθιας Φλέρυς να τραγουδάει.

Δεν θυμάμαι τίποτα απόλυτα συγκεκριμένο. Δεν θυμάμαι τι τραγούδησε, τι φορούσε, αν ήταν ξυπόλητη, όπως το συνήθιζε, και αν είπε κάτι άλλο πέρα από τα τραγούδια. Την θυμάμαι ως μορφή όρθια να τραγουδάει πάνω από το πιάνο. Είναι πολύ πιθανό να είχα πιει αρκετά ή να ήμουν απορροφημένος στις σκέψεις μου ή στην κουβέντα με την Ζωή. Βέβαια, έχουν περάσει και σχεδόν τριάντα πέντε χρόνια από τότε και, όσο και να το ήθελα, θα ήταν μάλλον δύσκολο να θυμόμουν καθαρά εκείνη τη βραδιά. Πάντως θυμάμαι πεντακάθαρα πως η αίσθηση που είχα μετά, αλλά και όλα τα κατοπινά χρόνια, ήταν πως εκείνο το βράδυ συνέβη κάτι πολύ "μεγάλο", κάτι μοναδικό για ολόκληρη τη ζωή μου.

Με την Ζωή χαθήκαμε μετά από λίγα χρόνια. Οι ζωές μας άλλαξαν ραγδαία. Όπως αλλάζουν οι ζωές των ανθρώπων όταν αρχίζουν να ανοίγουν τα φτερά τους και να πετάνε προς το μέλλον τους. Μετά από πάρα πολλά χρόνια "βρεθήκαμε" στο facebook. Εκείνη εγκατεστημένη από πολλά χρόνια στα Χανιά κι εγώ πάντα στην Αθήνα. Ένα από τα πρώτα πράγματα που της είπα όταν αρχίσαμε να κουβεντιάζουμε ήταν το πόσο την ευχαριστώ όλα αυτά τα χρόνια για εκείνο το βράδυ που "με πήγε" να ακούσουμε την Φλέρυ. Και ότι ήταν ένα από τα σπουδαιότερα δώρα που μου έχουν κάνει στη ζωή μου. Συγκινηθήκαμε.


Όταν πλέον κάποια μέρα αποφάσισα να πάω μια βόλτα σχεδιασμένη από καιρό στην άλλη πλευρά του Υμηττού, πίσω από το σπίτι μου, εκεί όπου βρίσκονται ξαπλωμένοι αιώνια ο Μάνος Χατζιδάκις και η Φλέρυ Νταντωνάκη, στάθηκα σ' ένα ανθοπωλείο της Παιανίας και πήρα δυο λευκά τριαντάφυλλα. Ένα για εκείνον κι ένα για εκείνη. Την αιώνια Φωνή.


Τρίτη, 13 Νοεμβρίου 2018

Στα Χρόνια της Χολέρας


Πόση σαχλαμάρα γεμίσαμε αυτά τα χρόνια. Τα "χρόνια του μνημονίου" -κάτι σαν τα Χρόνια της Χολέρας. Πόσοι και πόσοι επαΐοντες εμφανίσθηκαν και επαίρονταν πως κόμιζαν γλαύκα εις Αθήνας. Είχαν τις λύσεις. Ήταν επαναστάτες. Ήταν ανατρεπτικοί. Ήταν οι τέλειοι αναλυτές των εσωτερικών αλλά και των παγκόσμιων θεμάτων. Ήταν φωτισμένοι οικονομολόγοι. Ήταν στρατηγοί. Ήταν μύστες. Ήταν και τι δεν ήταν. Ο κάθε πικραμένος αυτοχριζόταν μεσσίας και όρμαγε στην πλατεία σέρνοντας ξωπίσω του ένα πολύχρωμο πλήθος. Τους φορτώθηκε ο κοσμάκης στην πλάτη του μαζί με τα απωθημένα τους (αφού αυτά τους έσπρωξαν κάτω από το φως των προβολέων) και αυτοί άρχιζαν να ξερνάνε. Ήταν πολιτικοί, δημοσιογράφοι, άνθρωποι της "τέχνης", πρώην ανεπάγγελτοι και πολλά άλλα είδη και ποικιλίες.

Πολλοί από αυτούς συνεχίζουν ακόμα. Κάποιοι έφτιαξαν μέχρι και πολιτικά κόμματα. Άλλοι έφυγαν από πολιτικά κόμματα, αρνούμενοι να "συμβιβαστούν". Μερικοί απ' αυτούς κρώζουν ακόμη μόνοι τους, σαν τους γύπες, στη μέση της ερήμου τους, ενώ άλλοι, πιο "έξυπνοι" αυτοί, προσεταιρίστηκαν νέα σχήματα και άλλαξαν χρώμα φανέλας.

Η κρίση ξεγύμνωσε τους πάντες και έφερε τον ωμό ρεαλισμό στην επιφάνεια. Τον ωμό ρεαλισμό που αναζητά αποτελέσματα. Όχι με μακιαβελικό τρόπο. Και σίγουρα όχι με τον τρόπο που οδήγησε χιλιάδες ανθρώπους στην αυτοκτονία εξαιτίας της απελπισίας και του αδιεξόδου που βίωναν. Αλλά αποτελέσματα. Απτά, καθαρά και συμβιβασμένα στις χρυσές τομές -ή, έστω, όσο πιο κοντά τους γίνεται. Γιατί όποιος δεν το κατάλαβε αυτό, ότι δηλαδή τα ουσιαστικά και μεγάλα αποτελέσματα είναι προϊόντα συμβιβασμών, παρέμεινε ένα αγνό και αθώο παιδί, που, όμως, ποτέ του δεν θα μεγαλώσει και δεν θα ενηλικιωθεί, έτσι ώστε να έχει τη ζωή στα χέρια του και να την πάει βόλτα. Απλώς θα της πετάει πέτρες άσκοπα.

Από εδώ και πέρα τα πράγματα θα είναι διαφορετικά και σκληρότερα από το παρελθόν που αφήσαμε για πάντα πίσω μας. Τότε, σ' εκείνη την άλλη ζωή, την "παραδεισένια", πριν από τα Χρόνια της Χολέρας.

Παρασκευή, 2 Νοεμβρίου 2018

"Ήθελα ν' αλλάξω, να πετάξω"

Τα τελευταία χρόνια στα γενέθλιά μου αναμετριέμαι με τους νεκρούς μου. Τους θυμάμαι όλους έναν-έναν. Την θεία μου την Πότα, τον θείο μου τον Βασίλη, την Αντιγόνη, τον Γιώργο και τον ξάδελφό μου.

Όχι, όχι. Ούτε μια στιγμή δεν σκέφτηκα, δεν ένιωσα πως είμαι "τυχερός" που είμαι ακόμη εδώ, ενώ εκείνοι όχι. Ούτε μια στιγμή. Ούτε συνειδητά, ούτε υποσυνείδητα, ούτε ασυνείδητα. Ποτέ. Θλίβομαι λίγο -φευγαλέα ειν' η αλήθεια- γιατί εκείνοι δεν πρόλαβαν να ζήσουν λίγο ακόμα. Να ζήσουν κάποια πράγματα που μάλλον δεν τα έζησαν. Αλλά κι από εκεί συνέρχομαι πολύ γρήγορα, αφού δεν υπάρχει κανένα κριτήριο και μέτρο για τίποτα και, συνεπώς, είναι αδύνατον να ξέρω τι "έζησαν" και τι "δεν έζησαν".

Κάθε φορά λοιπόν που έφτανα στην ηλικία του θανάτου τού καθενός, σκεφτόμουν πως εκείνος δεν πρόλαβε να ζήσει περισσότερο. Μέχρι εκεί ήταν. Μέχρι εκεί έζησε. 47, 51, 37, 45, 52. Και μετά σκεφτόμουν πώς θα ήταν αν κι εγώ έφευγα σ' εκείνη την ηλικία; Τι θα είχε υπάρξει η ζωή μου; Τι θα είχα ζήσει; Τι δεν θα είχα ζήσει; Τι θα "έχανα"; Σε ποιον θα έλειπα; Τι και πώς θα συνεχιζόταν μετά από μένα;

Η απάντηση σ' όλα αυτά τα ερωτήματα -αλλά και σ' άλλα τόσα- ήταν, είναι και θα είναι μία: "Η παράνοια που τρέχει", όπως λέει και ο παλιός μου φίλος ο Κώστας τόσο σοφά σ' εκείνο το πολύ πρώιμο τραγούδι του.

"Ήθελα ν' αλλάξω, να πετάξω".

Ποιος πρόλαβε ν' αλλάξει; Ποιος πρόλαβε να πετάξει; Δεν νομίζω να το κατάφερε κανένας από όσους έζησαν σ' αυτές τις διαστάσεις που αντιλαμβανόμαστε ως ζωή. Και ούτε θα το καταφέρει κανείς. Η παράνοια θα τρέχει και θα συνεχίσει να τρέχει χωρίς λόγο ακριβώς επειδή είναι παράνοια. Και οι άνθρωποι ξωπίσω της, νομίζοντας πως με όλα τα ανούσια και α-νόητα που κάνουν -και βαφτίζουν "ζωή"- θα τρέχουν να προλάβουν να αλλάξουν. Σαχλαμάρες.

Ανοίγω τον παλιό φάκελο με όλα τα απομεινάρια μιας ζωής πενήντα τριών ετών. Γραφτά, πολλά γραφτά. Χαρτιά μικρά, μεγάλα, άσπρα, ροζ, πράσινα. Γραμμένα με μπλε, μαύρο και κόκκινο μελάνι, με μολύβι ή σε γραφομηχανή. Κείμενα κατεβατά, ποιήματα και τραγούδια μισοτελειωμένα, άλλα ολοκληρωμένα που κατάφερα να τα ντύσω με μια στοιχειώδη μελωδία και αλλού, σε άλλες μεριές, σχέδια για τραγούδια. Έψαχνα ένα συγκεκριμένο. Γραμμένο τη νύχτα που γινόμουν είκοσι πέντε, δηλαδή πριν από είκοσι οκτώ χρόνια. Με θυμάμαι σαν τώρα να κάθομαι μπροστά στο λευκό χαρτί και να αρχίζω να γράφω. Με θυμάμαι σαν τώρα να πιάνω την κιθάρα και να σκαρώνω στα γρήγορα μια τρυφερή μελωδία για να το τραγουδήσω. Με θυμάμαι να το τραγουδώ και να το ηχογραφώ κάπου, σε μια κασέτα της εποχής εκείνης. Υλική κασέτα και όχι σε άυλο μέσο, όπως κάνουμε όλοι πια στις μέρες μας. [Άλλη μεγάλη ιστορία κι αυτή, που συνέβαλε τα μέγιστα στην "παράνοια που τρέχει": όλα έχουν γίνει άυλα. Οι φωτογραφίες, τα τραγούδια, τα ποιήματα, οι φωνές, τα χρώματα, ο έρωτας, ο πόλεμος, το χάος μέσα μας.]

Δεν το βρήκα το τραγούδι. Κι όμως, ήμουν σίγουρος πως εκείνη τη σελίδα δεν την πέταξα ποτέ. Σε καμιά από όλες εκείνες τις εκκαθαρίσεις που κάνω κάθε κάποια χρόνια και πετώ πολλά πράγματα από το παρελθόν. Έχω την εικόνα του. Θα μου πεις, "Ε, και; Αφού δεν υπάρχει Χρόνος, μάλλον θυμάσαι μια εικόνα του 1990". Πολύ πιθανό. Έτσι όπως έχουν εξαφανιστεί πλέον τα όρια και τα διαχωριστικά του Χρόνου και του Τόπου, αυτό είναι το πιθανότερο. Όλα είναι τότε και τώρα και μετά. Όπως όλα είναι εκεί κι εδώ κι αλλού. Την ίδια στιγμή, στο ίδιο σημείο.

Έτσι θυμάμαι κάθε χρόνο τα πάντα. Όλα βρίσκονται την ίδια στιγμή στο ίδιο σημείο. Αλλά κι εκεί κι εδώ κι αλλού. Και χθες και τώρα και -ίσως- αύριο.
Στίχοι: Κώστας Πατάπης
Μουσική: Κώστας Πατάπης-Γιώργος Αραπάκης
Τραγούδι: Γιώργος Αραπάκης
Κιθάρες: Γιώργος Αραπάκης-Γιώργος Βελέντζας
Ηχογράφηση: 1990, ΕΡΤ
   

Τρίτη, 23 Οκτωβρίου 2018

Pink Floyd - Dogs



Dogs
(Waters / Gilmour)

You got to be crazy, gotta have a real need
Gotta sleep on your toes, and when you're on the street
You got to be able to pick out the easy meat with your eyes closed
And then moving in silently, down wind and out of sight
You got to strike when the moment is right without thinking.

And after a while, you can work on points for style
Like the club tie, and the firm handshake
A certain look in the eye, and an easy smile

You have to be trusted by the people that you lie to
So that when they turn their backs on you
You'll get the chance to put the knife in.

You gotta keep one eye looking over your shoulder
You know it's going to get harder, and harder, and harder as you get older
Yeah, and in the end you'll pack up, fly down south
Hide your head in the sand
Just another sad old man
All alone and dying of cancer.

And when you lose control, you'll reap the harvest you have sown
And as the fear grows, the bad blood slows and turns to stone
And it's too late to lose the weight you used to need to throw around
So have a good drown, as you go down, all alone
Dragged down by the stone.

I gotta admit that I'm a little bit confused
Sometimes it seems to me as if I'm just being used
Gotta stay awake, gotta try and shake off this creeping malaise
If I don't stand my own ground, how can I find my way out of this maze?
Deaf, dumb, and blind, you just keep on pretending
That everyone's expendable and no-one has a real friend
And it seems to you the thing to do would be to isolate the winner
And everything's done under the sun
And you believe at heart, everyone's a killer.

Who was born in a house full of pain
Who was trained not to spit in the fan
Who was told what to do by the man
Who was broken by trained personnel
Who was fitted with collar and chain
Who was given a pat on the back
Who was breaking away from the pack
Who was only a stranger at home
Who was ground down in the end
Who was found dead on the phone
Who was dragged down by the stone.

Πρόκειται για μια δημιουργία-κολοσσό, που περιγράφει με δραματική ακρίβεια, λυρισμό και επικό τρόπο τον σύγχρονο -και διαχρονικό- καπιταλισμό, με επίκεντρο έναν υποτιθέμενο κεντρικό ήρωα και την ανέλιξή του στους αιώνιους λαβυρίνθους της εξουσίας και του χρήματος. Τις συμπεριφορές, την πορεία και την μοιραία κατάληξή του.

Ακολουθεί μια εκπληκτική μουσική ανάλυση από την Wikipedia, η οποία, στο αμέσως επόμενο κεφάλαιο, αναλύει επίσης και τους στίχους του Roger Waters:(https://en.wikipedia.org/wiki/Dogs_(Pink_Floyd_song):

Musical Components

The music was written in 1974 by David Gilmour and Roger Waters, with lyrics by Waters, and originally titled "You've Got to Be Crazy". Waters modified the lyrics in some parts, transposed the key to suit both Gilmour's and his vocals, and retitled it "Dogs". The version on Animals is 17 minutes long.

The main theme features what were, for Pink Floyd, rather unusual chords. In the final version's key of D minor, the chords are D minor ninth, Ebmaj7sus/Bb, A sus2sus4, Absus2(#11). All these chords contain the tonic of the song, D—even as a tritone, as is the case in the fourth chord.

The song fades in with an acoustic guitar in D tuning strumming the chords with a lively, syncopated rhythm, with a droning Farfisa organ playing chord tones (A, Bb, A, and Ab, respectively). After the first sixteen-bar progression, Gilmour begins the vocal. For the third repetition, bass guitar, Hammond organ, drums and lead guitar (playing a subtle drone of D) enter. After this repetition comes the first of several guitar solos, played by Gilmour on a Fender Telecaster rather than his usual Fender Stratocaster. Next is another verse of lyrics, followed by a keyboard solo. Finally, after six repetitions of the main theme, the tempo is cut in half, dramatically slower, a new chord progression is introduced, resolving gradually to the relative major, F, with two lead guitars loudly playing a slow harmonized melody, and a quieter third guitar adding decorative string bends, with heavy use of reverb and echo.

The song is then stripped back down to acoustic guitar, droning on the Dm9 chord, with the bass softly striking E, the ninth of the chord, in the same range as the guitar's lowest note, D. Another slash chord movement follows, Bb to C/Bb, followed by the key's dominanat, A major, with the minor sixth heard first at the top of the chord, in an A(addb6), and later, as its bass note (in a progression of A, A/F, A/E, to D minor). After another guitar solo over the new progression, Gilmour sings a melismatic vocal with overdubbed harmonies from Richard Wright, ending with the lyric "Have a good drown/As you go down/All alone/Dragged down by the stone", as the dissonant A/F leads back to Dm9.

The middle section, in a slow, metronomic 6/4 time, is built upon several layers of synthesizers, sustaining the four chords of the main theme, with the sound of dogs barking processed through a vocoder and played as an instrument. Gilmour's last word, "stone", echoes slowly for many measures, gradually becoming distorted and losing its human character, before fading out (It reappears later in the instrumental section of "Sheep"). There are no guitars in this section. Gradually, a synthesizer solo emerges, and as it reaches its climax, the acoustic guitar returns, at the original tempo, once again lively and syncopated.

The formula of the first section is followed, but this time with Waters singing the lead. A third guitar solo ends in three-part harmony, playing descending augmented triads, leading to Gilmour's slow, harmonized guitar melody in F Major, in a section of music indistinguishable from its first appearance in the song. This leads to the final verse, with Waters singing a new, repeating melody for the sixteen lines beginning "Who was...". Originally sung over the tonic only, in the final recording the multiple harmonized guitars alternate between D minor and C Major, while the bass further extends the harmony with a descending F, E, D, and C, creating the sense of an F sixth chord followed by C/E. Originally, Waters' lyrics ("Who was born in a house full of pain", etc.) were echoed by Gilmour and Richard Wright in a round style, but in the final recording only the last few are repeated, and done so by Waters himself, using tape delay. This section resolves first to Bb, then to A, before concluding with the A, F, E bass movement to a sustained Dm9, as the lyrics again end with "dragged down by the stone."

"Dogs" is the only song on Animals in which Gilmour sings a lead part or receives a co-writing credit. It was also Wright's last vocal contribution before leaving the band in 1979.



24 Οκτωβρίου - Στη μαύρη τρύπα του χρόνου

Χρόνια τώρα παρατηρώ και καταγράφω μέσα μου αυτήν την ημερομηνία. Πολλά χρόνια. Δεκαετίες. Κάθε χρόνος επιβεβαιώνει και επαληθεύει τους προηγούμενους.

Στις 24 Οκτωβρίου υπάρχει μια "μαύρη τρύπα" στο χρόνο. Μόνο έτσι μπορώ να την ορίσω και να την περιγράψω πια. Έρχεται με ένα βουητό στη ζωή, σε όλες τις πλευρές της, ξεκινώντας δυο-τρεις μέρες νωρίτερα και εκπνέοντας δυο-τρεις μέρες μετά. Γύρω στη μια εβδομάδα κρατάει αυτή η ατμόσφαιρα. Μια εβδομάδα, όμως, που είναι αρκετή για να φέρνει κάθε φορά τα πάνω-κάτω. Να αναδιατάσσει σχεδόν τα πάντα αλλά και να προκαλεί πολύ σημαντικά γεγονότα. Πραγματικά μεγάλα και σημαντικά. Και με τα δυο πρόσημα. Κι έτσι κι αλλιώς. Σε παγκόσμια κλίμακα, όχι μόνο στο στενό προσωπικό ή περιορισμένο κοινωνικό περιβάλλον.


Δεν ξέρω τι γίνεται και πού οφείλεται. Ξέρω, όμως, ότι γίνεται. Τα πρώτα χρόνια, θυμάμαι, έλεγα στον εαυτό μου ότι πρόκειται για πρόληψη, για δεισιδεμονία. Δεν άφηνα να δημιουργούνται εσφαλμένες εντυπώσεις που θα μπορούσαν να επηρεάζουν τη ζωή μου δημιουργώντας μια λάθος ατμόσφαιρα. Στεκόμουν ουδέτερος παρατηρητής. Και κάποια στιγμή ξεκίναγαν τα γεγονότα. Κι εγώ άρχιζα να παρατηρώ.

Με τα χρόνια έμαθα. Έμαθα να προετοιμάζομαι και να ζω με αυξημένη εγρήγορση αυτές τις μέρες. Όλα είναι πιθανά. Θάνατοι, γεννήσεις, ανατροπές, ατυχήματα, αποκαλύψεις, πόλεμοι, κοινωνικά και οικονομικά γεγονότα μικρής ή μεγάλης εμβέλειας.

Κάθε φορά ο μισός μου εαυτός περιμένει και ο άλλος μισός αντιδρά και αντιστέκεται.

Αυτές τις μέρες ακούω συνεχώς παλιά βραζιλιάνικη μπόσα νόβα. Ζόρχε Μπεν Ζορ, Σταν Γκετζ, Σέρτζιο Μεντές, Αστρούντ Γκιλμπέρτο και... Αντόνιο Τζομπίμ. Μαγεία.
 

Παρασκευή, 19 Οκτωβρίου 2018

Πολλή δουλειά. Πάρα πολλή δουλειά.

Πόσες φορές να θες να ξεκινήσεις κάτι και να μην υπάρχει ούτε ένα πεντάλεπτο διαθέσιμου χρόνου... Τόση δουλειά, τόση δουλειά. Τόσες δουλειές παράλληλα εξωτερικές, στο σπίτι. Πώς να τα προλάβεις;

Όταν μόνο η εργασία του βιοπορισμού σου απαιτεί τουλάχιστον 15 ώρες καθημερινής και αυστηρότατης αφοσίωσης και ο ύπνος περιορίζεται στις 5 με 6 ώρες κάθε μέρα; Είναι αδύνατον να βρεθεί περισσότερος χρόνος και γι' αυτόν. Αλλά και να βρισκόταν, μολις συμπληρωθεί το πεντάωρο-εξάωρο πετιέμαι επάνω με την έγνοια της δουλειάς.

Ας σταματήσω εδώ. Δεν προλαβαίνω. Δεν έχω χρόνο. Ο μέσα κόσμος χρειάζεται άπλα και κάποια χαλαρότητα για να ανθίσει.