Πέμπτη, 15 Ιουνίου 2017

23 χρόνια μετά

Πότε κιόλας; Κάθε χρόνο τέτοια μέρα το ίδιο θα αναρωτιέμαι. Κάθε χρόνο προστίθεται και μια μονάδα στο μέτρημα. Μέχρι να σταματήσει κι αυτό και πλέον να γίνουν όλα ιστορία.

Εσύ πάντως έγινες ήδη ιστορία μέσα μου. Δεν είσαι πια ούτε καν ανάμνηση. Τα πρώτα χρόνια ναι. Ήσουν νωπός και πρόσφατος ακόμη. Είχα έντονη τη μορφή και τη φωνή σου μέσα μου. Τις κινήσεις σου όταν διηύθυνες, την ένταση της φωνής όταν εκνευριζόσουν, το πονηρό χαμόγελο όταν ήσουν ευχαριστημένος. Αλλά σιγά-σιγά άρχισες να ξεθωριάζεις. Και να γίνεσαι ένα λήμμα. Ιδιαίτερα τώρα, αυτά τα χρόνια, που όλα άλλαξαν και η ανθρωπότητα πέρασε σε άλλη φάση της ιστορίας της, που δεν έχει καμιά απολύτως σχέση με όσα γνώριζες τότε -και όσα γνωρίσαμε κι εμείς και με τα οποία ανατραφήκαμε και μεγαλώσαμε.

Τώρα πια τίποτα δεν θυμίζει εκείνες τις εποχές, εκείνους τους δρόμους και τις πλατείες, εκείνους τους ανθρώπους με τα όνειρα και τις ελπίδες. Τώρα πια έχουμε ισοπεδωθεί και τίποτα δεν μας φαίνεται παράξενο ή αλλόκοτο.

Είχες ζήσει κι εσύ τη δική σου σκοτεινή περίοδο, τότε, στον πόλεμο. Έχουμε το κείμενο του Κώστα Ταχτσή στον Σκληρό Απρίλη του '45 να μας περιγράφει τόσο γλαφυρά -αλλά και τόσο έντονα και παραστατικά- όλη εκείνη την εποχή μετά τον θάνατο. Τον θάνατο που περπατούσε στους δρόμους ελεύθερος και αχαλίνωτος.

Και σήμερα κάπως έτσι είναι. Όσο κι αν εσύ, τότε, τα έλεγες και φώναζες πως το κακό ερχόταν και ήμασταν εντελώς απροετοίμαστοι και στον εντελώς αντίθετο δρόμο. Ούτε εσύ κατάφερες τίποτα τελικά. Τι να πούμε εμείς; Τώρα είναι πολλά τα χρόνια, πάρα πολλά. Πάμε για τα δέκα σιγά-σιγά. Και θα 'ρθουν κι άλλα πολλά. Και κανείς δεν ξέρει αν ποτέ ζήσουν σε αυτή τη γη άνθρωποι που θα ανασαίνουν καλύτερα. Δεν λέω "ελεύθερα" αφού, ειδικά εσύ, καταλαβαίνεις πολύ καλά τι πάει να πει ελευθερία.

Ξέρεις, όμως, κάτι; Δεν με ενδιαφέρει καθόλου πού πάει όλο αυτό και αν πάει κάπου. Σχεδόν δεν με ενοχλεί καν η συνθήκη που βιώνουμε. Δεν με απασχολεί καθόλου αυτή η διάσταση τής ελευθερίας. Ελεύθερος μπορείς να είσαι και μέσα στο κελί σου. Και δε νομίζω πως είναι απονέκρωση ή απάθεια ή αποτέλεσμα δολοφονικών πράξεων του "συστήματος". Όχι πια. Είναι μια συνολικότερη θεώρηση αυτού που ονομάζουμε "ζωή". Όπως, πολύ σοφά και εύστοχα, είχες πει ότι πρόκειται για το ποιος υπήρξα, πώς έζησα και σε τι συνίσταται η "απουσία" μου. Διαδρομές, δηλαδή, που τις κάνει κάθε άνθρωπος συνειδητά ή ασυνείδητα. Ο κάθε άνθρωπος. Και, ανάλογα με την προοπτική ή το πρίσμα του, αποφασίζει για τις απαντήσεις που θα δώσει. Ανάλογα και με τις ψυχικές αντοχές του και με τόσα άλλα πράγματα που δεν καλύπτονται σε καμιά περίπτωση από κανένα ψυχογράφημα, από καμιά ψυχανάλυση, από καμιά κοσμοθεωρία. Έχω καταλάβει βαθιά και απόλυτα πως αυτό που λέμε κόσμος και ζωή κάνει κύκλους. Και ξαναπερνά από τα ίδια σημεία, με άλλα ονόματα, σε άλλες εποχές. Έτσι συνέβαινε πάντα, έτσι συμβαίνει και τώρα.
 

Στον Άγγελο Σκορδίλη

Τον Άγγελο τον γνώρισα μια εποχή σκοτεινή αλλά με πολλά μπιχλιμπίδια και ψεύτικα φώτα και γελοίες πολυτέλειες τριγύρω. Θα μπορούσα να πω πολλά άλλα ακόμη και να χτίσω πάμπολλες εικόνες εκείνης της εποχής. Ας μην επεκταθώ όμως τώρα.

Είχε δίκιο σε όλα όσα είπε. Κάθε φορά τα συζητούσαμε και καταλήγαμε στην ίδια αηδία. Διότι μόνο αηδία και αποστροφή μάς γεννούσε η όλη κατάσταση. Είχαμε γνωρίσει -εκείνος πάρα πολύ καλύτερα και βαθύτερα από εμένα- όλη τη σαπίλα που περιγράφει τόσο ανάγλυφα και -κυρίως- επώνυμα ο Άγγελος σε αυτό εδώ το κείμενο. Δεν θα μπορούσα να συμφωνήσω περισσότερο. Για κάποιους από τους συγκεκριμένους ανθρώπους στους οποίους αναφέρεται έχω να πω κι εγώ τις δικές μου ιστορίες και εμπειρίες. Και για τους καλούς και για τους κακούς. Αλλά δεν χρειάζεται αυτή τη στιγμή. Αυτή η στιγμή είναι αφιερωμένη στον Άγγελο, που έφυγε τόσο νωρίς και τόσο άδοξα στα τέλη του 2011. Περήφανος και γεμάτος μουσική και φίλους καρδιακούς.

Λίγο πριν φύγει είχαμε μιλήσει για τελευταία φορά και μου είχε πει για τη μάχη της ζωής του. Δίψαγε να βρεθούμε πάλι και να παίξουμε. Δεν προλάβαμε. Δεν πρόλαβα ούτε να τον δω να παίζει για μιαν ακόμη φορά. Το μέλλον επιφύλασσε άλλα. Ας είναι. Τον είχα κυριολεκτικά χορτάσει κάποτε μέσα σε ένα κουβούκλιο ενάμισι επί ενάμισι, όπου ηχογραφούσε την υπέροχη κιθάρα του στο τελευταίο Σινικό Τείχος. Κουλουριασμένος μπροστά στα πόδια του, αφού τον είχα παρακαλέσει να τρυπώσω κι εγώ σ' εκείνη την τρύπα για να εισπράξω και να βιώσω όλη την τέχνη του ζωντανά. Τη στιγμή που την δημιουργούσε. Δεν μου το είχε αρνηθεί. Εξάλλου, θυμάμαι ότι σπάνια -αν όχι ποτέ- αρνιόταν κάτι. Είχε μεγάλη καρδιά.

Σήμερα ξύπνησα με το Σινικό Τείχος στα χείλη μου. Ήταν το μόνο τραγούδι που μπορούσε να εκφράσει την ψυχική διάθεση που είχα. Έβαλα και το άκουσα πολλές φορές απανωτά. Και θυμήθηκα έντονα τον Άγγελο. Ψάχνοντας στους δίσκους βρήκα αυτόν με το εσώφυλλο που εμφανίζεται εδώ. Κάθισα και το διάβασα ακόμη μια φορά, μετά από τόσα χρόνια πια. Βρήκα πάλι μόνο αλήθειες σε όλα όσα έγραφε ο Άγγελος. Συνειδητοποίησα ότι αυτό το κείμενο θα μείνει στα σκοτάδια και ένιωσα άσχημα. Για εκείνον, για τις αλήθειες που λέει. Και αποφάσισα να το παρουσιάσω εδώ. Αλλά όχι μόνο αυτό. Θα φτιάξω κι ένα βίντεο, με μουσική υποκρουση που δεν έχω αποφασίσει ακόμη καθώς αν είναι κάποιο τραγούδι του, ο στίχος θα αποσπά τον αναγνώστη από το κείμενο, και θα το ανεβάσω στο YouTube. Γιατί αλλιώς δεν πρόκειται να έχουν καμιά τύχη όλα όσα είπε ο Άγγελος. Ενώ στο δίκτυο, και μάλιστα στο χώρο τής μουσικής, όλο και κάποιος θα πέσει επάνω του είτε μέσω τού ονόματός του είτε μέσω τών "συστάσεων" που κάνει από μόνο του το δίκτυο. Τουλάχιστον έτσι θα έχει κάποιες ευκαιρίες. Και θα ησυχάσω  κι εγώ, που από το πρωί με τρώει η "ευθύνη" τού τι να κάνω για το κείμενο. Και για τον Άγγελο.

Καλύτερα όμως να αφήσω τον ίδιο τον Άγγελο να τα πει με τον δικό του τρόπο και λόγο. Είναι αυθεντικός και έρχεται απευθείας από εκείνα τα χρόνια. Και φυσικά ισχύει πάντα.


Παρασκευή, 9 Ιουνίου 2017

Έχω μια φίλη ΙΙ



Έχω μια φίλη σπαθί. Διαμάντι που κόβει. Είναι πολύ έξυπνη και πολύ ευαίσθητη. Είναι ένας άνθρωπος πολύ ικανός και χαρισματικός. Ειλικρινής και άμεσος. Αλλά πολύ ταλαιπωρημένος. Πολλές φορές στη ζωή έτσι γίνεται. Οι ευαίσθητοι -όταν είναι και έξυπνοι- βασανίζονται. Λες και η ζωή τούς βάζει στο σημάδι.

Με τα χρόνια έμαθα να μην πετροβολάω τις μέρες και να μη ζητάω δίκια από το πουθενά. Κατάλαβα βαθιά μέσα μου πως το καθετί αποτελεί έναν ολόκληρο δικό του κόσμο, ένα ολόκληρο σύμπαν που κινείται και υπάρχει μέσα στο γενικό Χάος. Διέπεται από καθαρά δικούς του νόμους και κανόνες που κανείς δεν μπορεί να αντιληφθεί και να κατανοήσει. Τις περισσότερες φορές ούτε το ίδιο το άτομο.

Ζει δίπλα στη θάλασσα και αναπνέει μαζί της. Σε σημείο κομβικό, εκεί όπου συναντώνται στεριές, θάλασσες, αέρηδες και καράβια με φουσκωμένα πανιά. Ευτυχώς, γιατί αυτό της έδινε πάντα έναν ανοιχτό ορίζοντα μπροστά στα μάτια της. Τής χάριζε τους δρόμους που θα διάβαινε στη ζωή της. Κι έτσι απλώθηκε πάνω στα νερά και κατάφερνε να φεύγει.
 

Κυριακή, 4 Ιουνίου 2017

Στη νεότητα

Εκεί, τότε, στη δεκαετία του '80. Με Άσιμο, Αρκουδέα, Παύλο Σιδηρόπουλο. Με τον Μάνο Χατζιδάκι σε μεγάλα κέφια, να εξαπολύει μύδρους και λίβελλους ενάντια σε οποιονδηποτε έβαλλε κατά της ελευθερίας -ανεξάρτητα από την πολιτική του τοποθέτηση. Ζωντανός όσο ποτέ, διηύθυνε τις ορχήστρες σαν άλλος μύστης και μάγος. Και όταν νευρίαζε, σκοτείνιαζε ο τόπος και έτρεμε η γη. Με πραγματικά και ουσιαστικά φεστιβάλ νεολαιών και με 17 Νοέμβρη. Και με μουσική, πολλή και αληθινή μουσική. Ζωντανή. Δική μας και άλλων. Να ανεβοκατεβαίνουμε στο πάλκο μας και στα ενδιάμεσα να τρέχουμε σε όλη την πόλη για να προλάβουμε τους άλλους, στα άλλα πάλκα. "Άντε, και καλή τύχη, μάγκες!" και "Βενσερέμος! Βενσερέμος!".

Αν μη τι άλλο, ήταν άγρια όμορφα. Είχε σασπένς η ζωή μας. Είχε όνειρα ζωντανά, που σπαρταρούσαν στα χέρια και στις καρδιές μας. Και ακόμη δεν είχε έλθει "τού απέραντου η ψύχρα" που ζούμε σήμερα, χαμένοι μέσα στους διαδικτυακούς λαβύρινθους, αλλά ούτε κι εκείνη η γλασαρισμένη δεκαετία του '90 με τις πρώτες εκλεκτικιστικές εκδηλώσεις στην τέχνη μου -εκείνες που ονομάστηκαν "έντεχνο", με σημείο αφετηρίας κάποιες ανεκδιήγητες εκπομπές τού ραδιοφωνικού Μελωδία. Τα θυμάμαι τώρα πια που πέρασαν δυόμισι δεκαετίες και νιώθω να κολλάει το μέσα μου. Να ταγγιάζει. Οι συντριπτικά περισσότεροι συνέχισαν να τους ακολουθούν. Και το τραγικό είναι ότι συνεχίζουν ακόμη, μη καταλαβαίνοντας πως όλη αυτή η ταγγίλα έχει μεγάλο μερίδιο ευθύνης για το σημερινό χάλι. Θυμάμαι την τελευταία φορά που είδα παράσταση τού Βασίλη Παπακωνσταντίνου. Πρέπει να ήταν χειμώνας τού '84 στη Θεσσαλονίκη. Ταξιδεύαμε όλη νύχτα για να πάμε στην πρώτη ζωντανή παρουσίαση τής "Διαίρεσης". Ήταν μεγάλη απογοήτευση. Η μεγάλη εμπορική και γλασέ πόρτα είχε ανοίξει. Το μαχαίρι στριφογύριζε στην πληγή με ανείπωτη ηδονή. "Πάει, πέθανε", είπα. "Μέχρι εδώ ήταν. Τώρα αρχίζει το πανηγύρι..." Και φυσικά έτσι έγινε.    

Η έκρηξη της ρουκέτας μάς ξύπναγε από τον παροδικό λήθαργο και έριχνε φως στα σκοτάδια. Μετά έβαζε μπρος το μυαλό και την αναλυτική μας διάθεση έτσι όπως περιμέναμε τη δημοσίευση και τη μελέτη τής προκήρυξης. Σαν μικρές γιάφκες γινόταν τότε ο κόσμος. Όλοι χάνονταν απ' τους δρόμους για αρκετές ώρες. Μετά βρισκόμασταν σε δρόμους, καφέ και πλατείες και ανταλλάσσαμε απόψεις και οπτικές. Η σκέψη έγδερνε το μυαλό.

Υπήρχαν και κάποια μυστικά υπόγεια που κατεβήκαμε κάποιες φορές. Εκεί όπου ανακατευόταν η σούπα και άχνιζε υδρογονάνθρακες. Φύγαμε όμως. Δεν ήταν για εμάς. Δεν ήταν τρόπος εκείνος τελικά. Το τέρας ήταν σαν τη Λερναία Ύδρα. Ένα κεφάλι έκοβες, δυο έβγαιναν. Δεν είχε τέλος, ούτε λογική.

Πάνω στου Στρέφη τα τραπεζάκια ήταν πάντα γεμάτα και πολύβουα. Τα μάτια, άγρυπνα κι ανήσυχα, έψαχναν γύρω τους για άλλα μάτια, για κινήσεις γνώριμες και φωνές φιλικές. Πάντως, σίγουρα δεν χάνονταν αμίλητα στις ψηφιακές οθόνες. Όμορφες είναι κι αυτές. Και ελκυστικές, και έξυπνες και πολύ πρακτικές. Αλλά δεν έχουν εκείνη την επαφή που γνωρίσαμε εμείς, το μαγικό άγγιγμα δυο ενεργειών που παλεύουν να ισορροπήσουν μεταξύ τους. Που ανταλλάσσουν βατ και τζάουλ. Αληθινά και όχι εικονικά.


Είναι ένας άλλος κόσμος πια. Που έχει έλθει από το μέλλον. Το σχοινί κόπηκε και η εποχή άλλαξε. Οριστικά και αμετάκλητα. Το παλιό βιβλίο έκλεισε και δεν άνοιξε καινούργιο "βιβλίο". Η εποχή του βιβλίου, που άρχισε με τον Γκούτενμπεργκ, τελείωσε πια. Ό,τι διατηρηθεί θα είναι όπως τα παλιά αυτοκίνητα-αντίκες, που ακόμη κινούνται, αλλά με ειδικές πινακίδες. Ως εκπρόσωποι της ιστορίας του κόσμου.

Δεν υπάρχει καλό και κακό στη ζωή. Ποτέ δεν υπήρξε. Όλα ακολουθούσαν μια φυσική επιλογή από μόνα τους. Ό,τι δεν άντεχε, εξαφανιζόταν. Για κάθε λόγο και από κάθε άποψη. Όλα τα υπόλοιπα ήταν δημιουργήματα και επινοήσεις του ανθρώπου. Της συντηρητικής πλευράς του. Εκείνης που φοβάται την αλλαγή. Επειδή στην ουσία φοβάται το θάνατο. Αλλά αν δεν γίνεις φίλος μαζί του, να τον εντάξεις, δεν πρόκειται να ξεφοβηθείς.

Ο κόσμος αλλάζει στη δική μας εποχή, στα δικά μας χρόνια. Έτσι έτυχε σ' εμάς. Ούτως ή άλλως ο κόσμος αλλάζει νομοτελειακά. Όπως άλλαζε πάντα και όπως θα αλλάζει πάντα -για όσο συνεχίσει να υπάρχει. Γι' αυτό και είναι απόλυτα μάταιο να προσκολλάται κανείς σε οτιδήποτε. Οτιδήποτε όμως. Τόσο υλικό όσο και άυλο. Η ελευθερία, ή μάλλον, η αίσθηση της ελευθερίας που μπορούμε τουλάχιστον να προσεγγίσουμε σε αυτήν την άτοπη πορεία στην οποία οδεύουμε είναι η απεξάρτηση από καθετί -ορατό και αόρατο.
 

Τετάρτη, 31 Μαΐου 2017

Η Χαμένη Άνοιξη

Ο κόσμος ξεχνάει γρήγορα. Και συνηθίζει να θυμάται μόνο τις καλές στιγμές -από φόβο θανάτου, εξηγείται εύκολα αυτό. Και, εξάλλου, την ιστορία την έγραφαν και τη γράφουν πάντα οι ισχυροί. Και τη γράφουν καταπώς εκείνοι θέλουν και καταπώς τους συμφέρει. Εμείς, όμως, που δεν ζήσαμε εκείνες τις εποχές, αλλά έφτασε στ' αυτιά μας νωπή και φρέσκια η βουή τους, ας μεταφέρουμε ένα μήνυμα καθαρότητας σε όσους έπονται. Σε όσους θα ακολουθήσουν, μετά από εμάς, τον ίδιο δρόμο της μάταιης ύπαρξης.

Ποτέ δεν κατάλαβα τι θα πει "σεβασμός στον νεκρό". Πάντα πίστευα πως η αλήθεια πρέπει να λέγεται. Έξω από χρόνο και ύπαρξη ή μη ύπαρξη. Γιατί είναι το μόνο υλικό με το οποίο μπορεί να προχωράει κάπως πιο ανεκτά αυτή η ουτοπία.

Ας την πω λοιπόν άλλη μια φορά. Δεν ξεχνώ ότι οι απλοί άνθρωποι δεν έχουν την πολυτέλεια να διαθέτουν δικό τους νεκροταφείο με δική τους όλη τη γύρω γη, αγορασμένη επί τούτου. Συνήθως οι απλοί άνθρωποι ψάχνουν εναγωνίως να βρουν έναν τάφο. Και φιλάνε κατουρημένες ποδιές. Και πριν περάσουν τρία-τέσσερα χρόνια, τους ξεχώνουν όπως-όπως γιατί περιμένουν κι άλλοι. Το σκήνωμα των απλών ανθρώπων δεν έχει την πολυτέλεια να "αντικρίζει" θάλασσες και βουνά. Παραχώνεται στα γρήγορα. Και το στήθος τους δεν στολίστηκε ποτέ από τενεκεδένια παράσημα και αριστεία ανδρείας. Αλλά από καημό και ιδρώτα. Και ψυχή ανώνυμη μα όμως δυνατή. Σαν του Σωτήρη Πέτρουλα. Και τόσων ακόμη. Ανώνυμων κυρίως.


Όλα αυτά για να μην ξεχνάμε ότι η προδοσία είναι σοβαρή και ανεξίτηλη πράξη -ιδιαίτερα όταν οι συνέπειές της πέφτουν πάνω σε έναν ολόκληρο λαό και σκοτώνουν όνειρα κι ελπίδες.

Σήμερα* λένε, λένε, λένε... Πλέκουν ένα εγκώμιο που δεν αντιστοιχεί σε τίποτα. Κενό αλήθειας. Κατασκευάζουν έναν ανύπαρκτο μύθο. Με την απόλυτη εκμετάλλευση του φόβου του θανάτου, με τις ευλογίες της ενοχοποιητικής και φοβικής και ανελεύθερης εκκλησίας, επιδιώκουν να σβήσουν μνήμες που μάτωσαν τον απλό κόσμο. Δεν είναι όμως έτσι τα πράγματα. Ποτέ δεν θα είναι. Αλλά, είπαμε... την ιστορία τη γράφουν οι δυνατοί. Καταπώς τους συμφέρει.


*Στην τηλεόραση προβάλλεται η εξόδιος ακολουθία για τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη.
 

Πέμπτη, 25 Μαΐου 2017

Κάδος απορριμμάτων

Υπάρχουν κάτι σούργελα που θέλουν να αποκαλούνται και "πνευματικοί άνθρωποι", ή, ακόμα χειρότερα, τους θεωρεί "πνευματικούς ανθρώπους" ένα μεγάλο τμήμα της κοινωνίας. Έχει χαθεί κάθε μέτρο σύγκρισης, κάθε σημείο αναφοράς, κάθε αξία.

Η νεάζουσα υπερ-μεσήλιξ Σώτη Τριανταφύλλου, η οποία δεν δύναται πλέον να συγκρατήσει τα ρατσιστικά και φασιστικά ένστικτά της, γίνεται πρωτοσέλιδο γιατί έχει ανάγκη να ακούγεται και ίσως για να γίνει πιο ευπώλητη. Ίσως ακόμη επειδή δεν έπεσε σε καλό ψυχίατρο-ψυχαναλυτή που θα την έστελνε αυτομάτως για εγκλεισμό. Άτομο με τεράστια ψυχικά και συναισθηματικά απωθημένα -φαίνεται ξεκάθαρα από την εκφορά του λόγου της, τα θέματά της καθώς και την συνολική στάση και τις θέσεις που κατά καιρούς υιοθετεί σε μείζονα θέματα. Μας έχει πρήξει με τις αμερικανιές της τόσο στα γραπτά της όσο και στη ζωή της. Απορώ, γιατί δεν έμεινε εκεί αφού η Αμερική είναι τόσο όμορφη και ασύγκριτη; Ποιος ξέρει τι να έχει υποστεί ως παιδί για να εμφανίζει όλο αυτό το τεράστιο αγκάθι στον κόσμο... Την υπομένουμε.

Από την άλλη, ο γέρων Νίκος Δήμου, ένας άνθρωπος με μεγάλα απωθημένα αναγνώρισης και παραδοχής. Με μια πολύ σκοτεινή ιστορία και σχέση με τους γονείς του -τον καθένα ξεχωριστά. Πράγματα που διαγράφονται ολοκάθαρα στα πιο προσωπικά βιβλία του. Ανεξιχνίαστη και θολή ψυχή, παρ' όλο το φυσικό ταλέντο στη συγγραφή και στην αφήγηση. Μπορεί ως διαφημιστής να υπήρξε πετυχημένος, το ίδιο και ως αφηγητής, μα, ως άτομο με δημόσιο λόγο, καλύτερα θα έκανε να ασχολείται μόνο με τις γάτες του και να μην γελοιοποιείται περισσότερο. Δεν ξέρω τι παθαίνουν κάποιοι γέροντες (θυμήθηκα τον Μίκη Θεοδωράκη τώρα...) και συνεπαίρνονται από πάθη αλόγιστα θεωρώντας πως είναι οι σωτήρες και οι συμβουλάτορες του κόσμου. Ποιος τους κάλεσε και ποιος τους έχρισε τέτοιους; Τον υπομένουμε.

Άνθρωποι που γεννούν και αναπαράγουν μικρούς και μεγαλύτερους φασισμούς. Δηλαδή, το μόνο που δεν έχει ανάγκη η ανθρωπότητα τέτοιες στιγμές.

Μία είναι η θέση που τους αρμόζει: ο κάδος απορριμμάτων. Η ανθρωπότητα δεν έχει ανάγκη ούτε από σκουπίδια ούτε από βαρίδια.

Παρασκευή, 12 Μαΐου 2017

The Doors of Perception

Νιώθω ότι δεν με "πρόδωσαν" ποτέ. Από την πρώτη φορά που τους άκουσα -εκεί γύρω στα δεκαπέντε μου. Τώρα πια, στα πενήντα δύο, τους έχω πάντα μαζί μου. Όλους μαζί και όλα όσα έκαναν μαζί. Σαν μια ολότητα που εμφανίστηκε, έδρασε, αποσύρθηκε και χάθηκε σαν φύσημα στον αέρα του χρόνου.

Τρεκλίζοντας πατάω πάνω στα χνάρια τους και συνεχίζω να πορεύομαι στο άγνωστο, ισορροπώντας με τη γλώσσα μου, τη γλώσσα τής μουσικής, που μού μίλησε από τα τέσσερά μου χρόνια.

Εκείνος ήταν -το πιστεύω ολοένα και περισσότερο και βαθύτερα όσο περνάνε τα χρόνια- μια ολοκληρωμένη ενσάρκωση. Ήλθε, είδε, μίλησε απλά και ποιητικά, και έφυγε πλήρης και -κυρίως- άμεμπτος. Σε άλλες εποχές και κοινωνίες και κάτω από άλλες συνθήκες αντίληψης (perception) ο κόσμος μπορεί να τον είχε αντιμετωπίσει ως μύστη ή γκουρού.

  
Άφησαν πίσω τους μια σπουδαία και μοναδική παρακαταθήκη για όσους έχουν την τύχη ή την ατυχία να έλθουν σε αυτόν τον κόσμο και, έχοντας μιαν ανήσυχη ψυχή, θέλουν να αναρωτηθούν και να ψάξουν να βρουν τη ροή τού ποταμού και την κατεύθυνση τού αέρα. Γνωρίζοντας βαθιά πως δεν πρόκειται να πάρουν ποτέ απάντηση. Γνωρίζοντας πως μόνον όταν για κάποιες στιγμές, χάσματα τού χρόνου, ανοίγουν οι Πόρτες τής Αντίληψης, τότε μόνο θα λαμβάνουν μηνύματα από άλλους κόσμους και άλλες διαστάσεις.