Δευτέρα, 1 Ιουνίου 2020

Καραβάκι σε φούξια

Άνοιξε πιο πολύ τα μάτια σου για να δεις. Να δεις και να καταλάβεις πώς γυρίζει ο τροχός, το αιώνιο σπιράλ που τρέχει στο Χρόνο.

Εκείνη έφυγε εδώ και είκοσι δύο χρόνια. Μόνο πέντε άτομα υπάρχουμε ακόμη που την ζήσαμε και την θυμόμαστε. Ο αδελφός της, η Μαρία, ο Μάκης, εγώ και ο Κώστας. Ο πατέρας της έφυγε πέρσι, πολύ μεγάλος πια. Η μητέρα της είχε φύγει εδώ και πολλά χρόνια -λίγα μετά από εκείνη. Η Άρτεμις δεν την θυμάται καθόλου, ήταν τόσο μικρή. Ο Μπάμπης έφυγε κι εκείνος πριν από λίγα χρόνια. Λες και περίμενε να μεγαλώσει το παιδί και να τελειώσει το σχολείο. Δεν άντεχε άλλο χωρίς εκείνη. Μου το είχε πει.

Πέντε άτομα μετά από μόλις είκοσι χρόνια για έναν άνθρωπο τόσο νέο. Πόσο γρήγορα γυρίζει και φεύγει...

Γι' αυτό μην ζητήσετε, μην προσπαθήσετε να κρατήσετε τίποτα "κοντά" σας. Αφήστε τα, αφήνετέ τα όλα να φεύγουν και να τρέχουν διαδρομές. Ανθρώπους, γεγονότα, μέρες και ώρες και χρόνια. Αφήστε τα παιδιά να τρέξουν τη γη στην οποία βρέθηκαν ερήμην τους. Αφήστε τα να δούνε, να ακούσουν, να γνωρίσουν, να γευτούν και να νιώσουν. Αφήστε τους εαυτούς σας να χαθούν στο άπειρο. Στο παν και στο τίποτα. Ούτως ή άλλως δεν υπάρχει προορισμός. Ποτέ δεν υπήρξε, ούτε θα υπάρξει. Ούτε σκοπός, ούτε σχέδιο.


Είχε αγοράσει τότε έναν μαρκαδόρο που "έγραφε παντού". Χρώμα φούξια. Πήρε τη θήκη της κιθάρας μου -μόλις τεσσάρων χρονών τότε η Takamine, ήταν 1989- και στην αρχή δοκίμασε να δει αν γράφει ο μαρκαδόρος. Έκανε τις τελείτσες και προσπάθησε να τους δώσει κάποιο σχήμα. Μετά όμως το παράτησε γιατί της ήλθε η ιδέα να φτιάξει το καραβάκι με το πανάκι και το πουλί να πετάει από πάνω. Κι ευχαριστήθηκε.

Παρασκευή, 29 Μαΐου 2020

When the Music's Over - The Doors


Έπρεπε να φτάσω 55 χρονών, να ακούω το τραγούδι εδώ και 40 χρόνια, να το ξέρω απ' έξω κι ανακατωτά όλα αυτά τα χρόνια, και σήμερα πια να σταματήσω για πάντα στο στίχο αυτό. Να καταλάβω τι ήθελε να πει ο Jim Morrison.

"Cancel my subscription to the Resurrection"

Από τη στιγμή που το συνειδητοποίησα, κυριολεκτικά τρέμει το μέσα μου. Δεν μπορώ να το περιγράψω. Δεν θα μπορούσε να έχει υπάρξει πιο πλήρης η ζωή του.

Σάββατο, 23 Μαΐου 2020

Βασίλης Ραφαηλίδης - ΙΣΤΟΡΙΑ (κωμικοτραγική)... κ.λπ.


Πέντε μήνες. Πέντε μήνες παρέα μ' αυτό το βιβλίο. Πέντε μήνες γεμάτοι δίψα για ανάγνωση, για αλήθεια, για στιγμές ξεκούραστης γνώσης και τέρψης. Από την πρώτη στιγμή που το άνοιξα δεν ήθελα να τελειώσει. Από την άλλη, όμως, ήθελα να προχωράω πολύ γρήγορα για να απαντήσω σε όλα μου τα ερωτήματα και να φωτίσω πλευρές αθέατες ίσαμε τότε. Που δεν υποψιαζόμουν καν πως υπήρχαν.

Κάπως έτσι ισορροπώντας, πέρασαν αυτοί οι πέντε μήνες παρέα με το βιβλίο του Βασίλη Ραφαηλίδη. Στάθηκα πολλές φορές και το έκλεισα, μη θέλοντας να προχωρήσω, για να χωνέψω τα όσα είχα διαβάσει. Αλλά, μα την αλήθεια, κι ας έχω διαβάσει τόση πολλή ελληνική ιστορία του εικοστού αιώνα, δεν ήταν πάντα εύκολο. Παρά την γλαφυρή και τόσο ευχάριστη γραφή του, τα γεγονότα δεν ήταν απλά. Και νομίζω πως ήταν ευφυέστατη η ιδέα του συγγραφέα να αφηγείται ως άλλος παππούς ή θείος παραμυθάς την ιστορία, αφού αλλιώς τα γεγονότα θα χάνονταν μέσα στη στεγνή και ξύλινη γλώσσα των επιστημόνων της ιστορίας. Όπως ακριβώς δεν κατάφερα να διαβάσω ποτέ την Ιστορία του Κων/νου Παπαρρηγόπουλου -έκανα αμέτρητες προσπάθειες ήδη από παιδί- επειδή δεν υπήρχε τίποτα εύκαμπτο ή ελκυστικό στο λόγο του, που να σε έκανε να μην θες να αφήσεις το βιβλίο από τα χέρια σου. Θα μου πεις, τι συγκρίνεις; Ναι, μάλλον έτσι είναι. Δεν υφίσταται σύγκριση.

Τέλος πάντων. Είναι ένα βιβλίο πραγματικός θησαυρός, που μου έλυσε πολλές απορίες και συμπλήρωσε με απλό τρόπο πάρα πολλά ιστορικά κενά που είχα. Ανεξάρτητα από τις πολιτικές πεποιθήσεις του Βασίλη Ραφαηλίδη, το βιβλίο είναι πολύτιμο. Μακάρι να μπορούσε να το διάβαζε κάθε κάτοικος αυτού εδώ του τόπου. Θα του ήταν πολύ χρήσιμο γιατί θα καταλάβαινε πως η ιστορία μπορεί να γραφτεί με πολλούς τρόπους. Και σίγουρα θα μάθαινε πως η ιστορία δεν είναι εκείνο το στεγνό, άνυδρο και αφώτιστο "πράγμα" που μας δίδαξαν στα σχολεία. Θα μάθαινε και θα καταλάβαινε πως η ιστορία είναι κάτι τόσο ζωντανό όσο κι εμείς οι ίδιοι -φορείς της οποίας είμαστε. Και ίσως συνειδητοποιούσε πως ενώ διαβάζει "ιστορία", στην πραγματικότητα μελετά το παρόν. Το κάθε παρόν. Σαν χάντρα το κάθε παρόν, έρχεται και ενώνεται με όλες τις προηγούμενες χάντρες, και περιμένει τις επόμενες, προκειμένου να φτιάξουν το κομπολόι του χρόνου. Αυτό που γυρνά συνεχώς, πίσω-μπρος, στα χέρια μας. Και που επαναλαμβάνεται όπως ακριβώς ένα κομπολόι που γυρίζει συνεχώς πέρα-δώθε, πάνω-κάτω, γύρω-γύρω.

Πέμπτη, 21 Μαΐου 2020

Μη μου μιλήσεις πάλι για ταξίδια - Γιώργος Σκούρτης / Γιάννης Μαρκόπουλος / Βίκυ Μοσχολιού


Αυτό το έργο το ακούω από τότε που κυκλοφόρησε. Στην αρχή πάρα πολύ συχνά. Στο παλιό πικάπ. Μετά, όταν προχώρησα, ήλθα στην Αθήνα και άρχισα τη μεγάλη εξερεύνηση και το ταξίδι στη μουσική, ποτέ δεν έλειψε από τη δισκοθήκη μου. Κατά καιρούς επέστρεφα στο έργο. Πάντα ένιωθα ότι οι στίχοι του Γιώργου Σκούρτη ήταν σπουδαίοι και βαθιά ανθρώπινοι. Είχα ζήσει και στη Μακεδονία τρία χρόνια, στις πρώτες τάξεις του δημοτικού, κοντά σε ανθρώπους του σκληρού καθημερινού μόχθου, με ροδάκινα, αργαλειούς και πολλή μετανάστευση στη Γερμανία. Πολλή. Κάθε οικογένεια είχε το δικό της μετανάστη ή κάποιο μέλος είχε δουλέψει παλιότερα εκεί. Πάντως, οι περισσότεροι είχανε ταξιδέψει μέχρι εκεί είτε για δική τους εργασία είτε για να δούνε συγγενείς τους. Τους άκουγα να μιλάνε για την Γερμανία και νόμιζα πως μιλάνε για το διπλανό χωριό. Το είχαν και ανάγκη να έχουν την Γερμανία τόσο μέσα στις ζωές και στα σπίτια τους για να νιώθουν ότι και οι δικοί τους άνθρωποι ήταν κοντά τους. Τα σπίτια τους ήταν γεμάτα αντικείμενα που ήταν φερμένα "από τη Γερμανία...".

Έτσι αργότερα αγόρασα και βιβλία του Γιώργου Σκούρτη και τον αγάπησα πολύ. Αυτό το τραγούδι ήταν από την πρώτη ακρόαση το αγαπημένο μου. Φυσικά η φωνή της λατρεμένης Μίας, της Βίκυς Μοσχολιού, που με καθόρισε από την πρώτη στιγμή που την άκουσα παιδί, έπαιξε τεράστιο ρόλο στο να αγαπήσω το έργο και το συγκεκριμένο τραγούδι...


Τετάρτη, 20 Μαΐου 2020

Mirage


Φτιάχνω μια γέφυρα στο χρόνο και περπατώ πάνω της. Από τη μια άκρη στην άλλη. Πέρα-δώθε. Στη μια άκρη της στέκεται αγέρωχος ο Πλάτωνας, τυλιγμένος σε χλαμύδα και με τα μακριά γένια να πέφτουν χαμηλά, μπροστά στο στέρνο του. Στην άλλη άκρη στέκεται η επιστήμη "μου", η επιστήμη που κάποτε σπούδασα, η Φυσική. Πίσω απ' τον Πλάτωνα, ορθώνεται και ανοίγεται η είσοδος της μεγάλης μαύρης σπηλιάς του, όπου βρίσκεται, ζει, αναπνέει και δρα όλο το ανθρώπινο είδος, όλα τα είδη της φύσης, οι πλανήτες, τα αστέρια, τα φυσικά φαινόμενα, τα αισθήματα, οι μνήμες, το μέλλον, η χαρά, η λύπη, το χώμα, το οξυγόνο, το άζωτο, η αστρική σκόνη, οι μαύρες τρύπες, οι βουτιές που κάναμε τα καλοκαίρια στη θάλασσα, ....., το Σύμπαν. Πίσω από τη σύγχρονη Φυσική, η έρημος με τις n-4 διαστάσεις της. Οι δυο τους, ο Πλάτωνας και η Φυσική, κοιτάζονται μεταξύ τους. Δεν ξέρω τι βλέπουν, δεν νομίζω πως βλέπει ο ένας τον άλλο. Ή, κι αν βλέπονται, αυτό σίγουρα είναι αποτέλεσμα ενός αντικατοπτρισμού - mirage.

Όλα είναι ένας αντικατοπτρισμός.

Και οι άνθρωποι θεωρούν πως "αυτό που βλέπουν, αυτό είναι". Κι εμείς οι ίδιοι, οι ζωές μας, τα αγαθά μας, τα αισθήματά μας, όλα αντικατοπτρισμοί είναι. Το ξεχνάμε. Και δίνουμε βαρύτητα, και αποδίδουμε υπόσταση σε καθετί υλικό και άυλο. Τόσο ανόητοι. Στο χρήμα, στην ιδιοκτησία, στις "ιδέες", στο χωρικό περίγραμμα των άλλων ανθρώπων, στο εκτόπισμα της ύλης, στο χώρο και στο χρόνο που καταλαμβάνει αυτή, σε, σε, σε...

Όλα είναι ένας αντικατοπτρισμός.

Όταν πια θα έχει αποδειχθεί και μαθηματικά η ύπαρξη του "παράλληλου σύμπαντος", εκείνου δηλαδή όπου ο Χρόνος κινείται αντίστροφα, του αντικατοπτρισμού δηλαδή, τότε θα ανοίξει μια μεγάλη αυλαία. Την οποία το ανθρώπινο είδος δεν ξέρω αν καταφέρει να αντέξει.

Απ' όλα όσα βλέπουμε τίποτα δεν είναι μόνο αυτό που βλέπουμε. Τίποτα δεν είναι έτσι όπως το βλέπουμε. Πώς είναι το όλον; Χμμμ... Δεν υπάρχει "όλον" παρά μόνο στη θεωρία των ενοποιημένων πεδίων, την οποία οι επιστήμονες ψάχνουν εδώ και εκατό χρόνια. Αλλά δεν νομίζω πως θα καταφέρουν να την βρουν ποτέ. Θεωρώ πως βρίσκεται πέρα και έξω από τις ανθρώπινες προδιαγραφές. Όχι να την κατανοήσουν. Ούτε να την προσεγγίσουν μαθηματικά δεν νομίζω.

Όλα είναι ένας αντικατοπτρισμός.

Σάββατο, 16 Μαΐου 2020

Παρασκευή, 15 Μαΐου 2020

Χνότα στο τζάμι

Όταν ήμουν νέος, και κυρίως τα χρόνια της εμπλοκής μου με την τέχνη, τότε δηλαδή που πίστευα πως ο "κόσμος" και η "ζωή" είναι όλα όσα βλέπουν τα μάτια, ακούνε τα αυτιά, συλλαμβάνει ο νους, αισθάνεται η καρδιά και ψυχανεμίζεται ολόκληρο το είναι μας, θεωρούσα ότι ο κόσμος μπορούσε να αλλάξει. Ότι οι συνθήκες μπορούν να επηρεαστούν, να βελτιωθούν και να έλθουν καλύτερες μέρες. Μαζί με όλα αυτά έρχονται οι ιδεολογίες, οι κοσμοθεωρίες, οι δυναμικές των ανθρώπινων σχέσεων και οι χαρακτήρες τους, τα ένστικτα που ανεβοκατεβαίνουν και σε ανεβοκατεβάζουν, η τέχνη, η ελπίδα και η απογοήτευση, η χαρά και η λύπη.

Ο πίνακας καθάρισε. Τίποτα πια δεν είναι γραμμένο. No writings on the wall. Και δεν μπορεί να ξαναγραφτεί τίποτα επάνω του. Δεν πιάνει ούτε κιμωλία, ούτε μελάνι, ούτε μπογιά. Δεν χαράζει και δεν σημαδεύεται. Στρίβω και φεύγω.


Τώρα πια στέκομαι μπροστά στο τζάμι. Μπορώ και βλέπω απ' την πίσω μεριά του. Αλλά δεν μπορώ να απλώσω το χέρι για να πιάσω κάτι. Με εμποδίζει το τζάμι. Το μόνο που μπορώ πια να κάνω είναι να πλησιάζω το στόμα μου και να το θαμπώνω με τα χνώτα μου. Μετά, γρήγορα-γρήγορα, πριν προλάβει το τζάμι να ξεθαμπώσει, σηκώνω το δάχτυλο και χαράζω σχήματα, γράμματα, γραμμές, ό,τι μου 'ρθει, πάνω στο τζάμι. Σε λίγα δευτερόλεπτα το τζάμι έχει ξεθαμπώσει και δεν φαίνεται τίποτα από όσα έγραψα ή σχεδίασα πάνω του. Χωρίς καμιά παρέμβαση, χωρίς κανένα μέσο. Έτσι απλά και χωρίς ερώτηση, το τζάμι καθαρίζει και πάλι. Και πάλι από την αρχή, θα πλησιάσω το πρόσωπό μου για να το ξαναθαμπώσω με τα χνώτα μου.

Αυτή είναι όλη η "ιστορία". Τίποτα περισσότερο. Γράφουν και σβήνουν τα ίδια πράγματα οι άνθρωποι. Κάθε γενιά τα ίδια. Και αυτός ο ανείπωτος και άμετρος ναρκισσισμός του ανθρώπου νομίζει πως η δική του σειρά γράφει κάτι διαφορετικό από τις άλλες. Αλλιώς δεν μπορεί να επιβιώσει. Δεν αντέχει. Του είναι αφόρητα βαρύ υπαρξιακά. Και αυτό επειδή δίνει πολύ μεγάλη σημασία στην ύπαρξή του και γενικά στην ύπαρξη και στη ζωή. Δυστυχώς έτσι είναι το ανθρώπινο είδος. Αυτή είναι η διαστροφή του που το κατέστησε τόσο μοναδικά, μοναχικά και απόλυτα δυστυχισμένο. Κι εκεί, πίσω απ' το τζάμι, ένα ολόκληρο άγνωστο "τίποτα". Που ξέρουμε πως "είναι εκεί" αλλά είναι αδύνατο να το προσεγγίσουμε με οποιοδήποτε τρόπο, μέσω οποιασδήποτε αίσθησης.

Ούτε ο κόσμος μπορεί να αλλάξει, ούτε οι άνθρωποι έχουν αλλάξει ή πρόκειται να αλλάξουν, ούτε κάτι διαφορετικό θα συμβεί ή θα εμφανιστεί. Το ακορντεόν του Χρόνου θα συνεχίζει να ανοιγοκλείνει στον αιώνα τον άπαντα και να σκορπά τη μουσική του. Άλλοτε σε αξίες ολόκληρου, άλλοτε μισού, άλλοτε τετάρτου, ογδόου, ή ακόμη και εξηκοστού τετάρτου. Οι εποχές πάντοτε έτρεχαν με διαφορετικές ταχύτητες. Τόσο εντός όσο και εκτός μας. Τόσο υπό την παρουσία μας όσο και κατά την απουσία μας.

* Αναζητώντας κάποια ταιριαστή φωτογραφία, διαπίστωσα πως έχει εκδοθεί βιβλίο με τον ίδιο τίτλο όπως και αυτό εδώ το κείμενο. Δεν το ήξερα αλλά δεν με παραξένεψε καθόλου. Είναι απολύτως φυσικό να μην υπάρχει τίποτα καινούργιο ή διαφορετικό από όσα έχουν ήδη ειπωθεί...