Τετάρτη, 26 Απριλίου 2017

Ήταν επτά χρονών όταν αποφάσισε -και επιχείρησε- να φύγει για πρώτη φορά από το σπίτι. Θα ακολουθούσαν κι άλλες, λιγότερο αποφασισμένες και αποτελεσματικές, τα επόμενα χρόνια -πριν έλθει η στιγμή για να φύγει πια οριστικά.

Και μετά νόμισε ότι μπορούσε να αλλάξει τον εαυτό του αλλά και τον κόσμο. Όπως όλοι οι νέοι άλλωστε. Φυσικά κάτι τέτοιο δεν έγινε ποτέ επειδή δεν μπορεί να γίνει. Πόσες φορές έφτασε μέχρι τον τοίχο, έσπασε το κεφάλι του, κομμάτιασε τα χέρια του προσπαθώντας να τον γκρεμίσει ή να ανοίξει έστω ένα πέρασμα, αλλά τίποτα. Τουλάχιστον κατάφερε να βρει κάποιες ισορροπίες όταν κατάλαβε πώς λειτουργεί ο κόσμος από δω μεριά. Κοίταξε βαθιά και άφοβα, προσέχοντας από ένα σημείο και μετά να μην παρενοχλεί. Γιατί στην αρχή η ορμή ήταν τεράστια και ανεξέλεγκτη. Και φυσικά ανεξήγητη εκείνα τα χρόνια. Αργότερα κατάλαβε.

Περπάτησε πολλή ώρα και, αν δεν τον αναγνώριζε κάποιος ντόπιος, θα είχε φτάσει ποιος ξέρει πού. Δεν τον ένοιαζε. Το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν να φύγει. Γι' αυτό και η φυγή τού έγινε εμμονή πολλές φορές κατόπιν στη ζωή του. Όχι για πάντα όμως. Κάποια στιγμή απλώς άρχισε να βλέπει πως στην πραγματικότητα δεν έφευγε από πουθενά και τότε άρχισε να φεύγει μέσα του και κατάλαβε πως αυτή η φυγή είναι η ουσιαστικότερη και η αποτελεσματικότερη.

Μετά από πάρα πολλά χρόνια βεβαιώθηκε πως τίποτα δεν είχε αλλάξει στον έξω κόσμο -στην "από δω μεριά". Σε κάθε "εθνική εορτή" οι προύχοντες μαζεύονταν στις εκκλησίες για να δοξολογήσουν με απύθμενη βλακεία τον ενσαρκωμένο φόβο τους κι έπειτα παρατάσσονταν πάνω σε βάθρα για να δούνε τους νέους φοβικούς να παρελαύνουν μπροστά τους και να διαιωνίζονται. Έτσι ένιωθαν περήφανοι -έλεγαν- και λιγότερο φοβισμένοι για το άγνωστο μέλλον -τον τοίχο που τους έκρυβε την αλήθεια

Παρασκευή, 14 Απριλίου 2017

Άγρια χαράματα


Χαράματα. Ακόμα είναι νύχτα και μόνο οι πρώτοι, οι ελάχιστοι, έχουν ξυπνήσει και έχουν φύγει όπως-όπως από τα σπίτια τους, με την μπουκιά ακόμη στο στόμα και τη γουλιά στο λαιμό. Φεύγουν για τη δουλειά. Μια δουλειά που τους τρώει μέρα με τη μέρα τα σωθικά και τη ζωή. Οι υπόλοιποι κοιμούνται τον τελευταίο και βαθύ ύπνο. Μπορεί να ταράζονται λίγο -ή πολύ- από τα άγρια όνειρα που έρχονται να τους ροκανίσουν σα χτικιό λίγο πριν τους απελευθερώσουν ξανά στη μέρα, αλλά κουνάνε χέρια-πόδια, μουγκρίζουν σαν τον προαιώνιο πρόγονο μπροστά στο θεριό, και αποδιώχνουν τον εφιάλτη ιδρωμένοι και αναστατωμένοι από τα σκοτεινά προμηνύματα.

Λίγο πιο πέρα, οι Χριστιανοί. Αυτή η απίθανη φάρα ανθρώπων που, μη αντέχοντας να κουβαλήσουν στους ώμους τους τον Μεγάλο Φόβο, τον απίθωσαν στην πλάτη ενός "θεού". Κάτι σαν το ΚΚΕ δηλαδή. Κάτι σαν όλες τις ιδεολογίες-θρησκείες, που χρειάζονται θεό ή και προφήτη να μένει στους αιώνες των αιώνων ανέγγιχτος και ανεπηρέαστος από τα ανθρώπινα. Να επιβιώνει πάντα και να μη φοβάται Χάρο. Να είναι μακρόθυμος και μακάριος. Για να μην μοιάζει καθόλου στους ανθρώπους και να λειτουργεί πάντα ως το απρόσιτο και άφταστο όριο. 

Δεν αντέχουν οι άνθρωποι να ζουν στην αλήθεια. Και, πάνω απ' όλες τις αλήθειες, δεν αντέχουν τη Μία. Δεν αντέχουν να σταθούν αντιμέτωποι στο Χάος. Δεν είναι εύκολο πράγμα. Καθόλου μάλιστα. Σπάνια, πολύ σπάνια, συναντάς τέτοιες υπάρξεις, που, είτε από επιλογή είτε επειδή δεν μπορούσαν να κάνουν αλλιώς, βρέθηκαν να στέκονται στην άκρη του Γκρεμού.

Μεγάλη Τρίτη σήμερα και όλοι θα τρέξουν να τιμήσουν την Πόρνη. Αυτήν την πολύτιμη και αναντικατάστατη Γυναίκα που δεν τόλμησαν να την φτάσουν ούτε στο μικρό της δαχτυλάκι στη ζωή τη ζώσα -την εξωθούν μάλιστα στο πυρ το εξώτερο- αλλά που, στην προσομοίωση ζωής που βιώνουν στους ναούς, την προσκυνάνε και τη δοξολογούν. Ας είναι, όμως. Οι καρδιές των ανθρώπων, βαθιά μέσα τους, ξέρουν. Μόνον αυτές. Όλα τα υπόλοιπα τα κυβερνάει ο φόβος. Και ο φόβος τού φόβου.


Εκείνος πριν από είκοσι πέντε χρόνια, μια τέτοια μέρα, αγαπούσε μια νέα κοπέλα. Ήταν πανέμορφη και τον αγαπούσε κι εκείνη παράφορα. Είχαν τυλιχτεί σ' ένα σύννεφο φαντασίωσης που τα νεανικά και ευερέθιστα μυαλά τους το είχαν μετατρέψει σε ζωή και πραγματικότητα. Ταξίδευαν ο ένας τον άλλον με παραμύθια που έλεγαν μεταξύ τους επινοώντας τα εκείνη τη στιγμή. Είχαν πάρει μια βάρκα χάρτινη και πηλάλαγαν στους ουρανούς ελεύθεροι. Το κορίτσι σήμερα παλεύει σε κάποια κάμαρα για τη ζωή του, βαριά άρρωστο από ανίατο και καταληκτικό νόσημα.
   

Παρασκευή, 31 Μαρτίου 2017

Ερωτήματα στο Χάος

στην Ελένη

Τι είναι αυτός ο κόσμος; Πού πάει αυτός ο κόσμος; Κανείς δεν μπόρεσε να απαντήσει. Και, φυσικά, ούτε κι εγώ. Και δεν είμαι καθόλου σίγουρος ότι θα μπορέσει να απαντήσει κάποιος στο μέλλον με δεδομένα τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά του ανθρώπου. Εκτός κι αν σε κάποιο άγνωστο μέλλον υπάρξει κάποια "παρέμβαση" στα κατασκευαστικά στοιχεία του ανθρώπου και αυτού που αποκαλούμε "Κόσμος", "ζωή" -πράγμα που άπτεται βέβαια της σφαίρας του "θαύματος".

Από την αυγή του ανθρώπου μέχρι σήμερα έχουν γίνει βήματα μόνο σε πρακτικό επίπεδο. Στη δόμηση μιας κοινωνίας, στην ικανότητα επιβίωσης, στις συνθήκες διαβίωσης, στον τρόπο αναπαραγωγής, στο λόγο και στην έκφραση, στην αγωγή της ψυχής, σε τέτοια πράγματα. Τίποτα δεν έχει βρεθεί, ανακαλυφθεί, που να προσεγγίζει -όχι βέβαια να "εξηγεί"- το τι είναι "Κόσμος" και "ζωή".

Ένα καθαρά φασιστικό καθεστώς "ζωής" έχει επιβληθεί στο ανθρώπινο είδος -αφού μόνο γι' αυτό μπορούμε να μιλάμε μιας και δεν έχουμε ιδέα αν και τι αντιλαμβάνονται ή ακόμη και γνωρίζουν άλλα είδη.

Φιλόσοφοι, μύστες, θρησκευτικοί ταγοί, καλλιτέχνες, λόγιοι και απλοί άνθρωποι έχουν λιώσει την αγωνία τους πάνω σε χαρτιά, μουσαμάδες, πεντάγραμμα. Έσκαψαν τη γη βαθιά για να την κάνουν να καρπίσει μήπως κι έτσι μάθουν κάτι. Τίποτα δεν έμαθαν ποτέ. Μόνο τον τρόπο να ζουν γνώρισαν και τις παραλλαγές του. Αλλά ποτέ δεν έμαθαν το βαθύτερο γιατί. Αρκέστηκαν σε ένα προσωρινό και επιφανειακό γιατί, η απάντηση του οποίου προκύπτει ως συνέπεια των δυο βασικών ενστίκτων -της επιβίωσης και της αναπαραγωγής. Αλλά δεν έμαθαν ποτέ γιατί υπάρχουν αυτά τα δυο ένστικτα και πού οδηγούν -αν οδηγούν κάπου.

Οι θρησκείες πουλάνε κι αγοράζουν εξουσία μέσα από το ερώτημα που παραλύει τον άνθρωπο. Και το εκμεταλλεύονται στο έπακρο. Δεν έχουν προσφέρει ούτε ένα πετραδάκι χειροπιαστό. Μόνο αξιώματα στείρα. Τα αξιώματα όμως δεν μας οδηγούν σε καμιά υπέρβαση γιατί είναι αναπόδεικτα. Ακόμη και οι θετικές επιστήμες που τα χρησιμοποιούν, το κάνουν στα πλαίσια ενός εγνωσμένα πεπερασμένου πεδίου πάντα, δηλαδή, που γνωρίζουν πως είναι πεπερασμένο: ευκλείδειο, νευτώνειο, γενικώς μη σχετικιστικό. Ξέρουν όμως πολύ καλά ότι οι μέγιστες αλήθειες κρύβονται έξω από αυτά τα συμβατικά πεδία και, φυσικά, πρέπει να είναι αποδείξιμες. Όπως γνωρίζουν ότι με τα δεδομένα κατασκευαστικά χαρακτηριστικά μας μάλλον δεν μπορούμε να αντιληφθούμε -και, πολύ περισσότερο, να αποδείξουμε, παραπέρα.   

"Τὰ πάντα ῥεῖ καὶ οὐδὲν μένει" αναφέρει ο Πλάτωνας πως είπε ο Ηράκλειτος, αυτός που θεωρείται τόσο σοφός και σπουδαίος μέσα στα χρόνια. Δε λέω, φυσικά έτσι είναι. Αλλά για τη ζωή τη ζώσα και όχι για το Επέκεινα. Και πόσα άλλα κούφια λόγια έχουν ακουστεί τόσες χιλιάδες "χρόνια" (άλλο κόλπο κι αυτό -ο "χρόνος" που μετράται...).

Μόνο ο Σωκράτης είχε την τόλμη να δηλώσει τη μοναδική αλήθεια: "ἕν οἶδα, ὅτι οὐδέν οἶδα". Και τέλος. Μετά όμως πήγε και αυτοκτόνησε για να μην αντισταθεί στο ρου της ανθρωπότητας, που δημιουργούσε κοινωνίες επειδή υπάκουγε στα ένστικτα. Αφού οι κοινωνίες για να μπορέσουν να επιβιώσουν πρέπει να διέπονται από νόμους και κανόνες. Και οι πολίτες να τους υπακούν. Τα έκανε λίγο σαλάτα δηλαδή με το τέλος που επέλεξε να δώσει. Υπήρξε αναντίστοιχος με τον ίδιο του τον εαυτό. Πάντα κάτι δεν μου πήγαινε καλά με την επιλογή του.

Το τι ανοησίες έχουν ειπωθεί στην ιστορία της ανθρωπότητας μόνο και μόνο για να καταγραφούν ως "σπουδαίες ρήσεις" δεν λέγεται. Βλακώδεις ειρμοί και συνειρμοί ανθρώπων απόλυτα συμβιβασμένων με το δεδομένο των ενστίκτων, με το "δεδομένο" της Ύπαρξης. Ανθρώπων που στην ουσία υπήρξαν και λειτούργησαν ως μπακάληδες της ανθρωπότητας. Ποιος θα βρει τον καλύτερο τρόπο επιβίωσης και διαβίωσης για να τον πλασάρει και να γίνει "διάσημος", νομίζοντας πως φέρνει νέους ήλιους στα σκοτάδια. Όλα αυτά δεν ήταν τίποτα περισσότερο από γλοιώδεις ματαιοδοξίες ανθρώπων δειλών και ατροφικών. Πολιτικά συστήματα, ιδεολογίες, κοινωνικές επιταγές και ανάγκες. Ηλίθιοι όλοι τους. Στρουθοκάμηλοι που βουτάνε το κεφάλι στην άμμο για να αποφύγουν το Μέγα Ερώτημα. Ο Νίκος Καζαντζάκης κάτι τόλμησε να κάνει. Να αφεθεί στο Χάος και να παρασυρθεί από το Απόλυτο Τίποτα δίνοντας παρακαταθήκη και προσταγή να σκάβουμε για να ψάχνουμε. Πώς όμως; Διαιωνίζοντας την ύπαρξη έτσι ώστε "κάποτε" ίσως να υπάρξει μια πιθανότητα προσέγγισης του Χάους. Δυστυχώς για εκείνον, αυτό δεν μου λέει τίποτα. Απλώς μεταθέτει το θέμα σε επόμενες γενιές προκειμένου να το αποτινάξει από πάνω του και να μην επωμισθεί την ευθύνη του (όσο κι αν διακηρύσσει "να λες πως μόνος μου θα σώσω την ανθρωπότητα" ή κάτι τέτοιο, τέλος πάντων).

Σε ατομικό επίπεδο, υπάρχω επειδή βρέθηκα. Και βρέθηκα είτε επειδή κάποιοι άλλοι το αποφάσισαν είτε για κάποιον άλλο λόγο που δεν μπορώ να γνωρίζω και ούτε θα μάθω. Συνεχίζω να υπάρχω όχι από κάποια περιέργεια. Αυτό το "από περιέργεια υπάρχω" είναι ανόητο και αβάσιμο. Δεν θα ικανοποιηθεί καμιά περιέργεια -όπως δεν ικανοποιήθηκε ποτέ η περιέργεια κανενός εδώ και χιλιάδες χρόνια. Υπάρχω μόνο και μόνο για να καταφέρνω, όταν, όπως και όσο μπορώ, να δίνω κάτι από εμένα, κάτι δικό μου, σε άλλες υπάρξεις που υπάρχουν. Κάτι που μπορεί να τους φέρει χαρά, γέλιο, ανακούφιση σωματική ή υλική ή ηθική ή οτιδήποτε άλλο. Δεν μπορώ να τους προσφέρω βαθύτερα πράγματα γιατί αυτά ταλανίζουν κι εμένα. Και, φυσικά, δεν μπορώ να δημιουργήσω νέες αδιεξοδικές υπάρξεις. Θα ήταν πρόστυχο και ανήθικο πέρα για πέρα. Θα ήταν σαν να έγλυφα εκεί όπου έφτυνα. Όχι, όχι εγώ κάτι τέτοιο.

Αρκετοί, πολλοί μάλλον, με την τρέχουσα "λογική", μιλάνε για φόβο ανάληψης ευθυνών. Ανοησίες και πάλι. Φτηνά επιχειρήματα πρώτου επιπέδου. Επιπέδου χυδαίων περιοδικών και ανόητης "ροζ λογοτεχνίας". Δύσκολα βρήκα πιο υπεύθυνο άνθρωπο από όλους όσους γνώρισα και συναναστράφηκα στη ζωή μου. Δεν ήταν εκεί το θέμα. Το θέμα ήταν στο ότι δεν θα είχα καμιά απάντηση όταν θα μου έθετε κάποιος το Μέγα Ερώτημα. Αφού δεν την έχω την απάντηση. Και θα αισθανόμουν φρικτά. Δεν θέλω να κληροδοτώ αδιέξοδα. Το θεωρώ φασιστικό και απάνθρωπο. Δεν ξέρω πώς μπορούν και ζουν και κοιμούνται ήσυχοι οι άλλοι όταν ξέρουν πως κληροδοτούν την απαράδεκτη φράση "Έτσι είναι". Όχι πώς ζουν μαζί της, αλλά πώς την κληροδοτούν -το να ζεις μαζί της είναι αναπόφευκτο αφού δεν μπορείς να κάνεις κι αλλιώς.

Ένας λόγος υπάρχει για να ζεις: μόνο για να δίνεις. Και μετά να φεύγεις. Χωρίς να αφήνεις κανενός είδους αποτύπωμα πίσω σου.

Στο Χάος απαντάς με χάος.


Τρίτη, 28 Μαρτίου 2017

Ήταν ένας φτωχός και μόνος κάου-μπόυ

Τι να χωρέσει κανείς στα λόγια... Δεν χωράει μια τόσο όμορφη ύπαρξη σε λόγια. Εδώ που τα λέμε, καμιά ύπαρξη δεν χωράει σε λόγια. Σωπαίνεις και απολαμβάνεις τις ευωδιές τής άνοιξης, που είναι φτιαγμένες για να ευαρεστούν τις αισθήσεις μας. Κοιτάς ψηλά, τον ουρανό, και ξεκουράζεις τα μάτια και την ψυχή σου στο ψεύτικο γαλάζιο*.

Υπέροχος άνθρωπος και μαγικός τραγουδοποιός μες στην απλότητά του. Όχι όμως απλοϊκός, ποτέ, γιατί ήταν πάντα ένας βαθιά σκεπτόμενος και πολύ ευαίσθητος άνθρωπος.

Τα τραγούδια του ήταν τα πρώτα που τραγούδησα στη ζωή μου μπροστά σε μεγάλο κοινό. Ήταν τα πρώτα. Και παρέμειναν πάντα, όλα αυτά τα πολλά χρόνια που πέρασαν, λατρεμένα.

Η συναυλία στον Λυκαβηττό το 1982 ήταν ίσως η πρώτη ολοκληρωμένη ελληνική μουσική παράσταση που παρακολούθησα -αν και από την ασπρόμαυρη τηλεόραση τότε. Αλλά την είδα ολόκληρη μολονότι ήμουν πολύ νέος και ήταν καλοκαίρι και με τράβαγαν οι δρόμοι της διασκέδασης έξω απ' το σπίτι και είχε και πάρα πολλή ζέστη στο σπίτι και η εικόνα συχνά χανόταν από τον δέκτη. Εγώ εκεί. Καθηλωμένος από τα τραγούδια του, που ανέδιδαν τόσο καθαρή και τίμια χαρά.

Το ίδιο -ή το επόμενο- καλοκαίρι, δεν θυμάμαι πια, τον είδα ζωντανά σε συναυλία. Πάντα υπέροχος και μαγικός. 

Τα "Μικροαστικά", στα πρώτα επαγγελματικά μου χρόνια, τότε..., ήταν πάντα αναπόσπαστο μέρος της κάθε βραδιάς. Μια το ένα, μια το άλλο. Όλα τα τραγούδια -όλα. Για χρόνια.

Από το ραδιομέγαρο της εθνικής ραδιοφωνίας, χρόνια αργότερα, στη διάρκεια μιας ζωντανής εκπομπής, δικό του τραγούδι επέλεξα να τραγουδήσω για να το στείλω αφιέρωμα μακριά, σε έναν μικρό μου συνάνθρωπο, επειδή ήξερα πως ακούει εκείνη τη στιγμή.

Τον συνάντησα μεγάλος πια. Κάτω στο Μεταξουργείο. Στο ίδιο τραπέζι, οι τέσσερίς μας, να κουβεντιάζουμε και να ευφραινόμαστε. Ήταν πάντα μαγικός και ελαφρύς -αλλά ποτέ του ελαφρόμυαλος.

Και "πόσο αγαπιόντουσαν οι δυο"... Πολύ, Πάρα πολύ. Ήταν απόλαυση και ευτυχία να τους βλέπεις.

Αυτός ο κάου-μπόυ ήταν άλλη μια μεγάλη και ακλόνητη σταθερά που είχα από νωρίς στη ζωή μου -και που θα συνεχίσει να με συνοδεύει μέχρι το τέλος.

Υπέροχος.


*Ψεύτικο γιατί στην πραγματικότητα δεν υπάρχει τίποτα γαλάζιο. Είναι μια οφθαλμαπάτη που δημιουργείται λόγω συγκεκριμένων παραγόντων (σκέδαση Rayleigh).

Σάββατο, 25 Μαρτίου 2017

Το Παρόν

Πολύ συχνά αισθάνομαι σαν να μην έζησα τίποτα από το παρελθόν μου. Σαν να μην υπήρξε. Σαν να μην υπήρξα ούτε καν εγώ. Νομίζω ήμουν τόσο μέσα, τόσο βαθιά στα γεγονότα και στις στιγμές, που όλα έχουν γίνει ένα και το βίωμα με την παρατήρηση έχουν γίνει αξεδιάλυτα μεταξύ τους.

Φυσικά θυμάμαι τα πάντα, αλλά μόνο σαν ένας αναγνώστης ενός πολύ αγαπημένου βιβλίου που το έχει διαβάσει πάμπολλες φορές και το έχει μάθει απ' έξω. Έτσι νιώθω. Πάντως, όχι σαν ένας από τους πρωταγωνιστές του, τους μετέχοντες.

Δεν είναι ότι δεν θέλω να θυμάμαι και με αυτό το "τέχνασμα" αποποιούμαι τις μνήμες. Όχι, δεν είναι κανενός είδους τέχνασμα. Επίσης δεν είναι ότι δεν ήμουν παρών όταν το παρελθόν μου ήταν παρόν. Θυμάμαι πως έκανα πάντα ό,τι ήθελα και χωρίς να σκέφτομαι κανένα τίμημα -και πολύ συχνά το πλήρωνα ακριβά. Είναι ακριβώς όπως το λέω. Σαν να ήταν κάποιοι άλλοι που ενεργούσαν, που ζούσαν -και μάλιστα διαφορετικοί, όχι πάντα ο ίδιος άνθρωπος, δηλαδή "εγώ".

Παράξενο αίσθημα, τουλάχιστον όταν το αντιπαραβάλλω με όσα λένε οι άνθρωποι ότι νιώθουν, θυμούνται, συνειδητά -ή ασυνείδητα- όταν οι μνήμες τους τούς τραβάνε στο παρελθόν.

Ίσως επειδή δεν μου έχει μείνει κανένα απωθημένο από εκείνους τους καιρούς. Όσα δεν έγιναν, δεν έγιναν γιατί δεν εξαρτιόταν από εμένα. Εγώ έφτανα τα πράγματα πάντα στα όρια -τουλάχιστον, στα φυσικά και ανθρώπινα όρια. Της σωματικής, ψυχικής και συναισθηματικής αντοχής. Έτσι θυμάμαι πως έκανα.

Μου έχει μείνει πάντως κάτι απόλυτα ισορροπημένο μέσα μου, χωρίς γωνίες και κρυφές, σκοτεινές πλευρές. Δεν θα μπορούσαν να είχαν γίνει αλλιώς. Αλλά ταυτόχρονα δεν θα ήθελα να ξαναζήσω ούτε μια στιγμή από το παρελθόν. Ποτέ δεν ένιωσα αυτό που ονομάζεται "νοσταλγία" για περασμένες εποχές. Είναι τόσο ξένο και παράταιρο. Το παρόν πάντα νικάει τα πάντα στη ζωή μου.

Τρίτη, 21 Μαρτίου 2017

Ας παίξουμε

Οι άνθρωποι έχουμε πολλή πλάκα. Παίζουμε τους αθάνατους, παίζουμε τη "ζωή", λες και παίζουμε με στρατιωτάκια, παίζουμε τον πόνο, τη χαρά, την ευτυχία, τα μεγαλόσχημα "αισθήματα" της αυτοφυούς χαράς και της θλίψης. Παίζουμε σε κάθε ευκαιρία με την κάθε στιγμή, από τη στιγμή που ξυπνάμε μέχρι την ώρα που κοιμόμαστε. Και ό,τι περισσεύει το κρατάμε για να το παίξουμε στον ύπνο μας -ασυνείδητα και υποσυνείδητα. Εκεί γίνεται το μάλε-βράσε. Εκεί έχει ακόμη περισσότερη πλάκα η υπόθεση γιατί δεν φαίνεται να ελέγχουμε και πολλά σε εκείνες τις διαδικασίες. Και να τα μαντεία, να οι Πυθίες, να οι καφετζούδες και οι καζαμίες. 

Οι άνθρωποι νομίζουμε ότι "χτίζουμε ένα καλύτερο αύριο" και "κάνουμε παιδιά", στην ουσία συμπεριφερόμενοι σα ζώα, τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο. Όνειρο της καθεμιάς να κάνει παιδιά και οικογένεια -ειδικά όταν η πυρηνική της την πλήγωσε. Όνειρο του καθενός να κάνει παιδιά και οικογένεια για να καταξιωθεί σε κάτι ανύπαρκτο -στην "πραγματικότητα". Αν βγάλεις τα ρούχα από ένα ζευγάρι ανθρώπων και τους πετάξεις στο χώμα να συνουσιαστούν, το μόνο στο οποίο θα διαφέρουν από τα συμπαθή τετράποδα θα είναι το τρίχωμα -κι αυτό όχι πάντα. Τίποτε άλλο. Όλα τα υπόλοιπα είναι επίκτητα -γι' αυτό και τόσο πολύ διαχειρίσιμα αλλά και εύκολα κατευθυνόμενα ή ποδηγετούμενα.

Για τους περισσότερους ανθρώπους, τη συντριπτική πλειονότητα, αυτό είναι η "ουσία" της ζωής. Και ο "σκοπός" της. Αυτό, το πρώτο επίπεδο. Το μονοδιάστατο και πεπερασμένο.

Τι να πεις... Ένας τραγικός φαύλος κύκλος γεμάτος αίμα, χρήμα, εξουσία, πατρονάρισμα, εξαρτήσεις και ανθρώπινα ναυάγια είναι η ιστορία του ανθρώπου. Γιατί από πάνω παραμονεύει και υπαγορεύει τα πάντα ο μεγάλος Σκοτεινός, ο Φόβος. Αυτός καθόριζε και καθορίζει τα πάντα. Τα υπόλοιπα ήταν και είναι καθαρά στη φαντασία μας -ή, τουλάχιστον, σ' αυτό που μπορούμε να αντιληφθούμε ως "φαντασία".

Αν, άνθρωπε, μπορέσεις να πάρεις από έναν συν-τραγικό συνοδοιπόρο σου δυο "ωχ" του, αυτό θα είναι το μόνο που θα μπορέσεις να "καταφέρεις". Μην αναπαράγεις όμως τον πόνο, το Φόβο και το Τίποτα. Μήπως και κάποτε καταφέρουν να εκλείψουν -μαζί με τη ζωή. Γιατί μην περιμένεις να γλυτώσεις από αυτά αλλιώς. Το μόνο που θα καταφέρνεις θα είναι να πλουτίζεις τους εμπόρους ιδεών, βιβλίων, ποιημάτων, τραγουδιών και κάθε λογής παυσίπονου που διατείνεται πως σε προάγει σε "υψηλότερα επίπεδα".

Δευτέρα, 20 Μαρτίου 2017

Karl Valentin

Κείμενο του Karl Valentin, Βαυαρού καλλιτέχνη των αρχών του εικοστού αιώνα, που εργάσθηκε ως κωμικός, γελωτοποιός και κινηματογραφικός παραγωγός. Έδινε επίσης παραστάσεις σε καμπαρέ της εποχής γράφοντας ο ίδιος τα νούμερα και αποτέλεσε μεγάλη επιρροή για τους Bertolt Brecht, Samuel Beckett και άλλους.

https://en.wikipedia.org/wiki/Karl_Valentin

Το συγκεκριμένο σκετς παρουσιάστηκε μαζί με άλλα θεατρικά νούμερα του Karl Valentin, αποτελώντας έτσι μια ενοποιημένη παράσταση που την ονόμαζαν "Καφέ Κεμπάπ", από την ερασιτεχνική θεατρική ομάδα του Δήμου Μοσχάτου το 1992 με σκηνοθέτη τον Σωτήρη Χατζάκη. Ήταν μια από τις πρώτες σκηνοθετικές του εμφανίσεις και μια έξοχη και απολαυστική παράσταση.

Το κείμενο διαβάζεται ξανά από την αρχή μόλις ολοκληρώνεται η κάθε ανάγνωσή του -στη σκηνή επαναλαμβανόταν πολλές φορές. Οι δυο ηθοποιοί, ντυμένοι πανομοιότυπα, σαν δίδυμοι, με λευκά κοστούμια της εποχής του συγγραφέα και λευκά καπέλα, έμπαιναν περπατώντας αργά από τη μια πλευρά της σκηνής συζητώντας, πέρναγαν κάποιο χρόνο στο κέντρο της συνεχίζοντας τον διάλογο και, σιγά-σιγά, περνούσαν προς την άλλη πλευρά της σκηνής, και τελικά έβγαιναν χωρίς να σταματήσουν την ατέρμονη κουβέντα. Σε κάθε ξεκίνημα του κειμένου, οι ρόλοι Α και Β αντιστρέφονταν δημιουργώντας έτσι αυτό το καθαρά σουρεαλιστικό αποτέλεσμα.