Τρίτη, 15 Ιανουαρίου 2019

Ήταν Μεγάλη Τρίτη

στην Βας

Να προλάβω να γράψω. Να προλάβω να διαβάσω. Να προλάβω να α-ν-α-λ-ο-γ-ι-σ-θ-ώ. Ναι, αυτό ήταν το ρήμα. Να αναλογισθώ. Αυτό πια με κάλυπτε. Με γέμιζε μέχρι μέσα, από αρχής μέχρι τέλους, και δικαίωνε καθετί ορφανό και απελπισμένο μέσα μου.

Κάποτε έζησα. Πολλά χρόνια. Έντονη ζωή, χωρίς διαλείμματα κι ανάσες, χωρίς ξεκούραση και ύπνο. Με έναν ατέλειωτο καλπασμό και μια ισοπεδωτική ορμή. Μέρα-νύχτα, μέρα-νύχτα, μέρα-νύχτα. Από ήλιο σε ήλιο και όλο το ενδιάμεσο νύχτα γεμάτη πυροτεχνήματα και σειρήνες. Όπως κάνουν οι νέοι.

Τώρα βρέχει. Αλλά πριν έλθει η βροχή, είχε περάσει ένας αέρας σαρωτικός που δεν άφησε τίποτα όρθιο. Στην αρχή ήταν καυτός, σαν ξέφρενος λίβας, και κατέκαψε ό,τι βρήκε μπροστά του. Πρόσωπα, στάχυα, μουσικές, φύλλα δένδρων και σκορπια χαρτιά. Τα πάντα. Μετά ξαφνικά ο αέρας εκείνος πάγωσε. Τόσο σε θερμοκρασία όσο και σε ταχύτητα. Και, αφού ακινητοποίησε ό,τι είχε απομείνει ζωντανό από την κάψα, πήγε και στάθηκε στην κορυφή του Λυκαβηττού, λίγο παράμερα από την καντίνα που κάποτε άραζε ψηλά στο λόφο.

Ήταν Μεγάλη Τρίτη, το θυμάμαι καλά. Ήμουν με την Βίκυ, την Βας, χαμένοι σ' έναν απόλυτο έρωτα. Λίγο πιο πάνω, στο λευκό εκκλησάκι, αλλά και κάτω στα πόδια μας, στις εκκλησίες της πόλης, η Μεγάλη Αμαρτωλή των ανθρώπων, η Κασσιανή, χάριζε κι εκείνη απλόχερα και πλούσια τον έρωτά της στον κόσμο.

Είχε έλθει νωρίς το Πάσχα εκείνη τη χρονιά. Η Βας, συνηθισμένη από τον 19ο όροφο του Πύργου, δεν έδειχνε να ζαλίζεται. Ούτε όταν μπήκαμε στη βαρκούλα, που πήραμε από εκεί ψηλά, στην κορυφή του λόφου, και ξανοιχτήκαμε πάνω απ' την πόλη νυχτιάτικα. Σηκώσαμε πανάκι λευκό και ο αέρας μας το φούσκωνε γερά. Μεσοπέλαγα πάνω απ' την πόλη βρεθήκαμε μες στη νύχτα. Εγώ, είν' η αλήθεια, ένιωθα κάπως περίεργα. Σαν να φοβόμουν, σαν να ντρεπόμουν. Δεν ήθελα όμως να αφήσω να φανεί τίποτα. Δεν ήθελα το κορίτσι να χάσει την εικόνα, την ιδέα που είχε σχηματίσει για μένα τον καιρό που με πλησίαζε περπατώντας στα τέσσερα, ανάμεσα σε κόσμο που φώναζε, έπινε, κάπνιζε και τραγουδούσε. Και, τέλος, είχε σηκώσει το κεφάλι της και με αντίκρυσε κάπου ψηλά, να ανεμίζω ένα μαντήλι κι ένα μικρόφωνο. Στα χέρια μου κρατούσα ήδη το κουπί, καταμεσίς στην τσιμεντένια πόλη, λες και ήμουν ο προφήτης που θα ανέβαινε το βουνό. Έτσι της μπήκε η ιδέα της βάρκας με το πανάκι. Και δεν την εγκατέλειψε. Όλο μ' εκείνη ταξιδεύαμε μετά.

Ώσπου κάποια μέρα αποφάσισε να μπει στο βαρκάκι μόνη της και να μπαρκάρει χωρίς γυρισμό. Εγώ πια ζαλιζόμουν πολύ και δεν άντεχα. Το λευκό πανάκι φούσκωσε μπροστά στα μάτια μου για τελευταία φορά στη μέση της πλατείας, στην Κυψέλη, κι εγώ άπλωσα το χέρι μου και της χάρισα το τελευταίο μου δώρο: ένα λευκό τριαντάφυλλο. Το κράτησε με τα δυο της τα χέρια, το έσφιξε στο στήθος της, σήκωσε το ένα πόδι, μετά το άλλο, και μπήκε στο βαρκάκι.

Δεν την ξανάδα. Ούτε θα την ξαναδώ. Ούτε στο αρχαίο θέατρο κάποιο καλοκαίρι, να συμμετέχει μ' όλο της το είναι στον χορό της τραγωδίας.

Έτσι κι αλλιώς ο κόσμος ποτέ δεν θ' αλλάξει. Κι ας νομίζαμε άλλα κάποτε.

Παρασκευή, 11 Ιανουαρίου 2019

Χειμώνας


Τα τελευταία χρόνια τους χειμώνες κρυώνω ολοένα και περισσότερο. Δεν ξέρω αν οι
χειμώνες είναι πια πιο κρύοι από παλιότερα ή αν διαρκούν περισσότερο. Δεν ξέρω αν αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι μεγαλώνω και -ως γνωστόν- αυτό το φαινόμενο παρατηρείται συνήθως με το πέρασμα των χρόνων. Μου θυμίζω τον Γιούγκερμαν του Καραγάτση στα γεράματα. Τότε που αποσύρθηκε στο Τάμερφορς, στο πάτρικό του σπίτι, και τυλιγόταν με γούνες καθισμένος δίπλα σε σόμπες και τζάκια χωρίς να καταφέρνει να ζεσταίνεται.

Βέβαια, στην ενήλικη ζωή μου ποτέ δεν μου άρεσε ο χειμώνας. Όσον αφορά στα παιδικά μου χρόνια, δεν μπορώ να θυμηθώ πώς ένιωθα. Ίσως να προτιμούσα το καλοκαίρι για καθαρά πρακτικούς λόγους -δεν είχα σχολείο. Αλλά πέραν αυτού, δεν νομίζω ότι ένα παιδί μπορεί να προσεγγίσει με διαφορετικό τρόπο την διάκριση του χειμώνα από τις άλλες εποχές παρά μόνο για τους καθαρά πρακτικούς λόγους. Δηλαδή, οι διακοπές, οι γιορτές, κάποια συγκεκριμένα γεγονότα είναι αυτά που συνήθως "αποφασίζουν" για την προτίμηση του παιδιού. Ακόμη και το ενδεχόμενο εργασίας ή βοήθειας στην εργασία κάποιου ενηλίκου, πράγμα που μπορεί να συμβαίνει σε περίοδο διακοπών -μικρών ή μεγάλων-, μπορεί να παίζει καθοριστικό ρόλο.

Όχι. Ο χειμώνας δεν μου αρέσει καθόλου. Κάνω κουράγιο και προσπαθώ να τον αντέχω. Τα τελευταία χρόνια μάλιστα παρατηρώ πως δεν αντέχω την έλλειψη ηλίου. Ίσως μειώθηκε η ηλιοφάνεια στη διάρκεια του χειμώνα, ίσως η μακροχρόνια και συνεχιζόμενη μη έκθεσή μου στον ήλιο λόγω εργασίας να παίζει το ρόλο της. Όλα είναι πιθανά. Γεγονός όμως είναι πως όταν εμφανίζεται ο ήλιος και λούζει τους δρόμους και τα κτήρια, εγώ νιώθω κάτι να ανθίζει μέσα στο στήθος μου και ένα αεράκι να φυσά στο κεφάλι μου.

Επίσης δεν μου άρεσε ποτέ το χιόνι. Ως παιδί έπαιξα πολύ λίγο μαζί του. Όχι επειδή δεν το εύρισκα αλλά γιατί δεν με συγκινούσε. Με ενοχλεί αφάνταστα το λευκό πέπλο πάνω από τα πάντα. Δεν το βρίσκω καθόλου γραφικό ή όμορφο. Είναι μια συγκάλυψη των πάντων. Και αυτό μ' ενοχλεί. Οτιδήποτε λειτουργεί ως συγκάλυψη με ενοχλεί. Δεν έχω ιδιαίτερο θέμα με αυτό που υποστηρίζουν πολλοί, ότι δηλαδή "λερώνεται" και ασχημίζει. Ότι είναι επικίνδυνο όταν γίνεται πάγος, ότι δημιουργεί προβλήματα σε συγκοινωνίες, δίκτυα και αλλού. Αυτά, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, αντιμετωπίζονται. Εξάλλου, στο πρόγραμμα είναι κι αυτά. Και δεν κρατάνε για καιρό. Μέσα σε δυο-τρεις μέρες το πολύ εξαφανίζονται. Αλλά η συγκάλυψη φανερώνει μια άλλη "στάση". Και δίνει την εξουσία στο ψέμα.

Βαρύς ο φετεινός χειμώνας μέχρι στιγμής και είμαστε ακόμα στην αρχή του. Έχουμε ακόμα δυόμισι γεμάτους μήνες μπροστά μας. Ούτε να το διανοηθώ δεν θέλω πως μπορεί να συνεχιστεί με αυτό το πρόσωπο που έχει δείξει μέχρι τώρα.

Αλίμονο στους ταλαίπωρους που είναι αναγκασμένοι από τις συνθήκες της ζωής τους να εκτίθενται σε τέτοιο κρύο. Αλίμονο. Κάθε χρόνο μόνο αυτούς σκέφτομαι.

Παρασκευή, 4 Ιανουαρίου 2019

Έχω μια φίλη ΙΙΙ

Στην Ν.


Έχω μια φίλη με ένα σπουδαίο χαμόγελο στα χείλη. Ακόμη κι όταν πονάει πολύ και βαθιά, αυτό επιμένει να ανθίζει στο πρόσωπό της και να σκορπίζει στον κόσμο την ομορφιά και την ευγένεια.

Την εκτιμώ πολύ. Είναι φίνος άνθρωπος και μεγάλη καρδιά. Πολύ ευφυής και απίστευτα γρήγορη. Αστράφτει ολόκληρη όταν εκφράζεται.

Τρίτη, 1 Ιανουαρίου 2019

Ανθρωπότητα - φασόν

Μηχανάκια φασόν οι άνθρωποι. Ένα ατέρμονο εργοστάσιο παραγωγής η ανθρωπότητα. Μονάδων ανεξάρτητων και -υποτίθεται- διαφοροποιημένων μεταξύ τους. Τίποτα δεν είναι έτσι. Όλοι ίδιοι κι απαράλλαχτοι. Όλα πανομοιότυπα. Οι διαφορές τους -που πολύ συχνά φαντάζουν αγεφύρωτες- είναι κατασκεύασμα της ίδιας της ανθρωπότητας και των εξουσιών που νέμονται και λυμαίνονται αυτό που αποκαλούμε Ύπαρξη. Δηλαδή της ισχύος, του χρήματος και των θρησκειών. Φυσικά και υπάρχουν διαφορές και αποκλίσεις τεράστιες. Όταν, όμως, τις κοιτάζεις από μακριά, σχεδόν εκμηδενίζονται. Όταν τις ψηλαφίζεις από κοντά, είναι αδύνατον να τις αντιληφθείς. Για τέτοια σχετικότητα μιλάμε δηλαδή και για τέτοια ταύτιση.

Σάββατο, 29 Δεκεμβρίου 2018

Γιώργος Σεφέρης - Ο Ποιητής

Ο Γιώργος Σεφέρης. Ο ποιητής. Ο νομπελίστας Έλληνας. Τον διδάσκουνε και στα σχολεία. Σε δημοτικά, γυμνάσια και λύκεια. Μια πολύ light πλευρά του. Τον τραγουδάει μέχρι και η κουτσή Μαρία "Στο περιγιάλι το κρυφό". Και όλοι "συγκινούνται". Και νιώθουν ότι παίρνουν κάτι από εκείνον όταν αναφέρουν το όνομά του ή όταν επικαλούνται την εθνικότητά του. Γιατί νιώθουν κι αυτοί πως "κράτησαν τη ζωή τους".

Και τολμούν και τον συγκαταλέγουν "μαζί" με όλους τους υπόλοιπους ποιητές. Ποιον; Τον Σεφέρη. Αυτόν που η ουσία του και η ουσία των γραπτών του βρίσκονται έτη φωτός μπροστά από όλους τους υπόλοιπους. Και δεν θα αναλωθώ σε ονόματα. Γιατί όλοι οι υπόλοιποι δεν είναι παρά μόνο απλά ονόματα μπροστά του.

Τον έχουν ψέξει και τον έχουν μεμφθεί. Είναι αστείο και ανάξιο λόγου. Ένας άνθρωπος που βρίσκεται τόσο κοντά αλλά ταυτόχρονα τόσο μακριά είναι σχεδόν αδύνατον να μην γίνει στόχος μικρόψυχων συμπεριφορών. Και τέτοιες δέχθηκε αρκετές και δέχεται ακόμη. Ποσώς τον ενδιέφεραν όλα αυτά. Εκείνος κάλπαζε στους δικούς του μεγάλους ουρανούς και χανόταν στους άχρονους βυθούς του. 

Αυτά που διαβάζει κανείς στον Σεφέρη ξύνουν τον πάτο της ύπαρξης. Μέχρι το τέλος. Χωρίς έλεος και χωρίς δισταγμό. Εγώ, που δεν δίστασα να βουτήξω στα βαθύτερα σκοτάδια του εαυτού μου και της ανθρώπινης υπόστασής μου, βρήκα στο λόγο του Γιώργου Σεφέρη το Τέλος. Όχι απλώς την "Στροφή" αλλά Το Ζητούμενο. Άγγιξα και ψηλάφισα το κάθε έσχατο σημείο της ύπαρξης. Ακόμη και την πιο παραμικρή σκιά ή υπόνοια σκιάς που μπορεί να ρίχνει η Δημιουργία πάνω στον άνθρωπο -έναν άνθρωπο τόσο ευάλωτο και "ανθρώπινο" που, θες δε θες, στέκεσαι αντίκρυ του και τον νιώθεις βαθιά κι απόλυτα. Νιώθεις όχι αυτό που είναι, αλλά μόνο και μόνο το ότι είναι.

Δεν έχει λύπηση ο Σεφέρης. Δεν την προσφέρει πουθενά. Δεν τον αφορά. Δεν είναι μελό, όπως είναι, για παράδειγμα, ο Τάσος Λειβαδίτης, ούτε παραδομένος στα πάθη του, όπως ο Κωνσταντίνος Καβάφης -χωρίς αυτό να μειώνει σε τίποτα την αξία αυτών των δύο καθώς και τόσων άλλων ποιητών αλλά ούτε την αξία του πάθους.

Ο Γιώργος Σεφέρης είναι ταυτόχρονα δωρικός και ιωνικός. Δωρικός στα αισθήματα και στην εκφορά και ιωνικός στην προσέγγιση της τέχνης του και στην ταπεινότητά της. Σαν τον Παρθενώνα. Ένας δωρικός ναός στην καρδιά του ιωνικού κόσμου. Στην καρδιά της προεξάρχουσας ιωνικής πόλης. Ένας Παρθενώνας είναι και ο Γιώργος Σεφέρης για όλη την ανθρωπότητα. Και όχι μόνο για τα στενά πλαίσια αυτού "του βράχου". Ένας και μοναδικός. Σαν τον ναό, εκεί ψηλά στο βράχο.

* Πολλά έγραψα. Δεν χρειάζεται τόσα λόγια ο Γιώργος Σεφέρης.

Παλιά πληγή

Παλιές πληγές που πονάνε κάθε τόσο. Ο καθένας έχει τις δικές του. Έρχονται και φεύγουν σαν τακτικοί, καθιερωμένοι επισκέπτες. Πάντα στην ώρα τους. Πάντα γνωρίζεις πώς θα φερθούν και πώς θα αντιδράσουν. Πάντα γνωρίζεις πώς θα τις αντιμετωπίσεις. Σταθερή και απαράλλαχτη συνταγή μέσα στο χρόνο. Βουβή η αιτία τους, βαθιά βυθισμένη το χρόνο, κι εσύ πάντα ανήμπορος να την προλάβεις.

Όλα οφείλονται σε έναν φωταγωγό, απερίγραπτο και κυριολεκτικά δολοφονικό από άποψη εργασιακών συνθηκών, ο οποίος έμπαζε παγωμένο αέρα σαν πηχτή μάζα. Η τσιγκουνιά ενός ανθρώπου για την αγορά και εγκατάσταση ενός σωστού συστήματος εξαερισμού υπήρξε η καταστροφή του αριστερού ρινικού μου συστήματος. Ήθελε να αγοράσει σπίτι και μάζευε τα φράγκα αδυσώπητα χωρίς να ενδιαφέρεται για την υγεία των εργαζομένων. Ο αέρας ερχόταν απευθείας μέσα στο αριστερό αυτί μου έτσι όπως τραγούδαγα κάθε βράδυ. Δεν θέλει πολύ ο άνθρωπος. Κι ας είναι μόνο 23 χρονών. Όλα μπορούν να του συμβούν. Η ωτίτιδα ήταν κεραυνοβόλα και οξύτατη. Η αριστερή πλευρά θόλωσε, έπαψε να ακούει κανονικά και, μετά από λίγες μέρες, άρχισε και να πονάει. Ο πόνος ασταθής και απρόβλεπτος. Άλλοτε πολύ δυνατός και σουβλερός και άλλοτε πιο μαλακός. Ξεκίνησα μια διαδικασία ειδικών γιατρών. Κανείς δεν μου ενέπνευσε εμπιστοσύνη ώστε να ακολουθήσω τις οδηγίες του. Ποιες οδηγίες, δηλαδή; Όλοι τους έλεγαν πως έπρεπε να κάνω επέμβαση πίσω από το αυτί και να προσπαθήσουν να εξισορροπήσουν την πίεση του εσωτερικού αυτιού με την ατμοσφαιρική πίεση του περιβάλλοντος. Θα χρησιμοποιούσαν ένα σωληνάκι που θα εισερχόταν ως καθετήρας σε εκείνο το σημείο και θα παρέμενε σε εκείνη τη θέση για αρκετό διάστημα μέχρι να επανέλθει το σύστημα και να εξαφανισθεί η φλεγμονή της ευσταχιανής σάλπιγγας.

Ήθελα να αποφύγω την επέμβαση. Ήταν δύσκολο το σημείο -στο εσωτερικό του κεφαλιού, δεν παίζεις με αυτά τα πράγματα. Αυτό μου είπε ένας "μάγος" γέρος γιατρός που επισκέφθηκα όταν αναζήτησα τον καλύτερο της ειδικότητάς του. Μου έμαθε να διαχειρίζομαι το πρόβλημα για όλη την υπόλοιπη ζωή μου.

Ακολούθησα τις συμβουλές του και τα πράγματα πήγαν καλά μέχρι περίπου τα 40 μου χρόνια. Τότε άρχισα να εμφανίζω μια υπερβολικά αυξημένη ευαισθησία -σε σύγκριση με ό,τι είχα ζήσει μέχρι τότε- σε κάθε επερχόμενη μεταβολή του βαρομετρικού και μάλιστα σε βροχές που έφταναν μετά από τρεις ημέρες. Τόσες μέρες διαρκούν και οι πονοκέφαλοί μου, που απαιτούν παυσίπονα με συχνότητα τουλάχιστον 3 δυνατά χάπια με καφεΐνη την ημέρα. Ίσως και κάποιο ηρεμιστικό-κατασταλτικό παράλληλα. Αλλιώς νομίζω πως θα εκραγεί το αριστερό ημισφαίριο του κεφαλιού μου. Την τέταρτη μέρα όλα εξαφανίζονται. Κάθε φορά φοβάμαι πως δεν πρόκειται να φύγουν ποτέ οι πόνοι και στιγμιαία απελπίζομαι. Είναι και αυτός καθαυτός ο πόνος που σε εξαντλεί. Τελικά περνάει αλλά αυτές τις τρεις ημέρες εγώ είμαι σαν τυφλός. Δεν μπορώ εύκολα να ανοίξω ούτε τα μάτια μου από τον πόνο. Κανονική ημικρανία δηλαδή, με τα περισσότερα συμπτώματά της. Αλλά έτσι καθώς συμβαίνει, σε συνδυασμό με την παλιά πληγή και την καταρροή στο πίσω μέρος της ρινικής κοιλότητας, τα συμπτώματα γίνονται πιο έντονα. Το παρήγορο είναι πως τα παυσίπονα με πιάνουν σχεδόν αμέσως -μετά από 10-15 λεπτά. Και μετά, για κάποιες ώρες, νιώθω καλά. Με ελάχιστες, ανεπαίσθητες ενοχλήσεις βαθιά στη ρίζα του ματιού και στην κίνηση του κεφαλιού δεξιά-αριστερά. Έχω βέβαια παρατηρήσει πως αν προκύψει κάποιο θέμα που μου προκαλεί ένταση, για παράδειγμα στη δουλειά μου, το μούδιασμα στο οποίο έχω περιπέσει με αφήνει και οι πόνοι επανέρχονται αρκετά έντονοι. Από τη στιγμή που θα αισθανθώ πως μπήκα στην τροχιά τους δεν χρειάζονται πάνω από 5 λεπτά για να γενικευθεί το φαινόμενο και να αναζητήσω παυσίπονο τρέχοντας.

Όλο αυτό εμφανίζεται με μια συχνότητα μια φορά κάθε περίπου δυο μήνες. Ευτυχώς δεν είναι συχνότερο. Θα ήταν πολύ κουραστικό γιατί, εκτός των άλλων, σε ρίχνει και ψυχολογικά και δεν έχεις διάθεση για τίποτα αφού από τα πολλά χάπια είσαι παραζαλισμένος σαν κοτόπουλο.

Ο υπεύθυνος της πάθησής μου τελικά κατάφερε να αγοράσει σπίτι. Μόνο που εδώ και πολλά χρόνια πια ζει σχεδόν σαν clochard, αφού καμιά φορά η ζωή παίζει παράξενα παιχνίδια.
  

Παρασκευή, 21 Δεκεμβρίου 2018

Γιώργος Μιχαιρίνας - Η Νάρκη

Μου το είχες αφήσει παρακαταθήκη. Περίεργο, τώρα που το σκέφτομαι μετά από είκοσι ένα χρόνια. Είχε μείνει αιωρούμενο στο χρόνο πριν έλθει μια μέρα που άνοιξα πάλι τα χαρτιά που έχω κρατήσει από σένα. Το βρήκα να περιμένει -όπως ακριβώς μου είχες γράψει και μου ζητούσες- να του γράψω μουσική.

Χάθηκα για λίγο στις μνήμες. Αφέθηκα και ταξίδεψα πάλι σ' όλα όσα ζήσαμε εκείνα τα χρόνια. Μαζί σε πλατείες, σε πάρκα, σε δωμάτια φωτεινά και σκοτεινά, μαζί στο πάλκο και μαζί στα μαγαζιά της νύχτας μας. Μαζί και σε κάποιες παραθαλάσσιες μέρες κάποτε. Μαζί και στην Πάλτση -μόνο με μια διαφορά κάποιων ημερών. Μόνο στο Old House δεν πήγαμε μαζί. Εκεί πήγες μόνος σου.

Το βρήκα, λοιπόν, και αποφάσισα, πριν καλά-καλά πετάξει μακριά μου η νοσταλγία και η μνήμη, να προσπαθήσω να κάνω αυτό που μου ζήτησες. Κάτι έκανα. Και νομίζω -απ' όσο σε ξέρω τουλάχιστον- πως θα σου άρεσε.

Ήταν το τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου σου. Ο επίλογος. Τώρα πια "κλείσαμε" τυπικά μεταξύ μας. Θα μένει πάντα ο ουσιαστικός δεσμός. Αυτός που, αναλλοίωτος μέσα μου, θα προχωρά στο χρόνο και θα με ακολουθήσει μέχρι το Τέλος.