Σάββατο, 13 Ιανουαρίου 2018

Οδυσσέας Ελύτης - Ο Μικρός Ναυτίλος



Φυσικά τίθενται αρκετές απορίες και εντοπίζονται σημεία χρήζοντα διευκρινίσεων. Δεν έχει σημασία. Έτσι είναι η ποίηση. Γι' αυτό γράφεται η ποίηση. Για να δίνει ελευθερία και αυτονομία στον καθένα που την προσεγγίζει.
 

Παρασκευή, 12 Ιανουαρίου 2018

Ονούφριος Σώχος - Ο Δάσκαλός μου


Υπήρξε Δάσκαλός μου -με απόλυτη επίγνωση του κεφαλαίου δέλτα. Ο Δάσκαλος ήταν ένας γλυκύτατος άνθρωπος. Απίστευτα λεπτός κι ευγενικός -με την πραγματική έννοια της λέξης. Έξυπνος άνθρωπος και πολύ συναισθηματικός. Μα, πάνω απ' όλα, ένας σπουδαίος βαρύτονος και ένας έξοχος και τόσο δοτικός Δάσκαλος.

Πρέπει να ήταν γύρω στα 1990. Γνωριστήκαμε όταν με πλησίασε εκείνος. Είχε βρεθεί τυχαία ανάμεσα στο κοινό μπροστά στο οποίο τραγουδούσα και διέγνωσε αυτό που μου συνέβαινε.

Πριν από λίγες μέρες, κάνοντας πρόβα κάποια τραγούδια που σκόπευα να εντάξω στο ρεπερτόριο του χειμώνα, ένιωσα την φωνή μου να μην "βγαίνει". Δοκίμασα έτσι, δοκίμασα αλλιώς, αδύνατο. Κάτι είχε γίνει, κάτι γινόταν κι εγώ ένιωθα να "χάνω" την φωνή μου. Δεν ήταν και το πιο ευχάριστο που θα μπορούσε να μου συμβεί. Και, φυσικά, δεν ήταν από κρυολόγημα. Δεν μπορούσα να τραγουδήσω. Πώς θα έβγαζα τον χειμώνα; Πώς θα προχωρούσα και πώς θα βιοποριζόμουν; Κρύος ιδρώτας με έλουσε κυριολεκτικά. Δεν ήξερα τι συνέβαινε, δεν ήξερα πώς να το αντιμετωπίσω. Μήπως να πήγαινα σε γιατρό; Μήπως συνέβαινε κάτι με τις φωνητικές μου χορδές; Μήπως κάτι άλλο;

Ευτυχώς αυτή η δύσκολη φάση δεν κράτησε πολύ. Ήταν τέλος καλοκαιριού-αρχές φθινοπώρου. Μετά από λίγες μέρες είχαμε μια παράσταση σε υπαίθριο χώρο στο Λαύριο. Τραγουδούσα ζορισμένα. Όταν τελειώσαμε, με πλησιάζει ένας κύριος κάποιας ηλικίας, με γενάκι και πολύ σοβαρό παρουσιαστικό. Είχε μπάσα φωνή και έντονο βλέμμα. Χωρίς να γνωριζόμαστε, έρχεται και μου λέει: "Με χρειάζεσαι. Πάρε την κάρτα μου και, όταν το νιώσεις, έλα να με βρεις". Έμεινα λίγο άναυδος είναι η αλήθεια. Γύρισε την πλάτη του κι έφυγε. Σκύβω και διαβάζω το ονοματεπώνυμο και το επάγγελμά του. Ήταν δάσκαλος φωνητικής. Κάτι μου χτύπησε μέσα μου. Ένιωσα ότι κρατώ κάτι πολύτιμο στα χέρια μου. Έβαλα την κάρτα στην τσέπη μου. Στη ζωή είχα πάντα εμπιστοσύνη σε τέτοιες "συναντήσεις". Απ' το πουθενά.

Σε λίγες μέρες πήγα και τον βρήκα τρέχοντας. Έμεινα κοντά του σχεδόν δυο χρόνια. Ανακάλυψα ότι διέθετα μια φωνή διαφορετική από αυτή που νόμιζα και που χρησιμοποιούσα μέχρι τότε. Μια φωνή κρυμμένη. Μου έμαθε τα πάντα. Μου έμαθε ακόμη και το -μέχρι τότε- αδύνατο: να τραγουδάω με σαράντα πυρετό χωρίς να καταλαβαίνει κανείς τίποτα αφού η φωνή μου δεν το πρόδιδε στο ελάχιστο. Με ζόριζε πολύ στο μάθημα. Έβλεπε ότι είχα αντοχές και θέληση και μου έκανε σαραντάλεπτα μαθήματα. Αδιανόητο για μάθημα φωνητικής. Άσπριζα, ζαλιζόμουν και θόλωνα. Εκείνος φώναζε χτυπώντας το πιάνο δυνατά παθιασμένος και ανέβαινε πιο ψηλά στο πεντάγραμμο, απαιτώντας να τραγουδήσω ψηλότερα. Έφτασα σε απίστευτα ύψη. Αργότερα μπορούσα να τραγουδάω τραγούδια πραγματικά πολύ δύσκολα και "ειδικά". Όταν ζαλιζόμουν, μου έλεγε να σκύψω και να περιμένω να επιστρέψει το αίμα πάλι στο κεφάλι. Με ξάπλωνε και συνεχίζαμε το μάθημα εγώ σε ύπτια θέση με τέσσεριες-πέντε τηλεφωνικούς καταλόγους στο στήθος κι εκείνος στο πιάνο. Έφευγα απ' το μάθημα κουρέλι.

Του είχα τυφλή εμπιστοσύνη σε ό,τι έλεγε. Του είχα εμπιστοσύνη σε όλα. Μ' αγάπησε πολύ, το ήξερα και το ένιωθα. Πίστευε τόσο πολύ στη φωνή μου που μου έλεγε να φύγω για το Μιλάνο για να γίνω τενόρος. Πίστευε ότι είχα σπουδαία φωνή. Δεν θα ξεχάσω ποτέ τη θλίψη στα μάτια του όταν του είπα: "Μα, δάσκαλε, εμένα δεν μου αρέσει η όπερα..." Μου απάντησε: "Δεν σου αρέσει... Κρίμα". Αλλά αμέσως άλλαξε διάθεση, γούρλωσε τα μάτια, πήρε τ' απάνω του και προχώρησε γενναία και αποφασιστικά: "Δεν πειράζει! Θα κάνεις αυτό που αρέσει σε σένα! Συνεχίζουμε!"

Σπουδαίος άνθρωπος. Τον ένιωθα και λίγο σαν πατέρα μου. Τόσο κοντά και με τόση εμπιστοσύνη. Του οφείλω όλα τα επιτυχημένα χρόνια μου στο τραγούδι από τότε κι έπειτα. Τραγουδούσα πια με απόλυτη εμπιστοσύνη στη φωνή μου, σίγουρος ότι δεν θα είχα ποτέ ξανά το παραμικρό πρόβλημα αλλά και τον ελάχιστο ενδοιασμό για οποιοδήποτε τραγούδι. Άρχισα να "παίζω" με τις δυνατότητές μου και με τις δυνατότητες που μου έδινε το κάθε τραγούδι. Το γλένταγα πια. Τραγούδησα δύσκολα τραγούδια, πολύ δύσκολα. Τα έφερα σε πέρας όλα και απόλυτα σωστά.

Δεν τον ξέχασα ποτέ όλα αυτά τα χρόνια. Έψαχνα στοιχεία και πληροφορίες για εκείνον. Ήθελα να γράψω γι' αυτόν, να το βγάλω από μέσα μου και -έστω κι από εδώ- να του πω πόσο τον αγάπησα και τον εκτίμησα και τον ευχαριστώ για όλα. "Θα έχει μεγαλώσει αρκετά πια", έλεγα. Μέχρι που χθες έπεσα πάνω σε μια δημοσίευση του εγγονού του, που έλεγε πως ο παππούς του έφυγε πια απ' τη ζωή. Μαράθηκα λίγο. Αλλά... έτσι είναι η ζωή.

Υπήρξε και θα είναι πάντα ένα σπουδαίο κεφάλαιο στη ζωή μου. Τόσο ως Δάσκαλος όσο και ως Άνθρωπος. Τον αγάπησα από την πρώτη στιγμή και είμαι σίγουρος κι εκείνος. Δάσκαλε, σ' ευχαριστώ για όλα.


* Τη φωτογραφία τη δανείστηκα από τη σελίδα της λατρεμένης του κόρης -και δικής μου αγαπημένης- Μαριέττας, στο Facebook. Έχω πολλά χρόνια να τη δω. Τραγουδούσαμε μαζί εκείνα τα χρόνια.
 

Παρασκευή, 5 Ιανουαρίου 2018

Στην Β. του 19ου ορόφου



Σήμερα ξημερώματα έφυγες τελικά.

Εκείνες ακριβώς τις ώρες ήλθες στον ύπνο μου. Ήσουν γυμνή από τη μέση κι επάνω και -όπως πάντα- υπέροχη και αψεγάδιαστη. Σε άγγιξα, σε κοίταξα, και σου είπα "Μήπως να ξαναρχίζαμε από την αρχή κι έτσι να καταφέρναμε να εξελιχθούν αλλιώς τα πράγματα;" -εννοώντας να μην αρρώσταινες. Λες και θα είχα τη δύναμη να αλλάξω το πεπρωμένο αν ήσουν μαζί μου, λες και θα σε προστάτευα. Ευσεβείς πόθοι, ναι. Με κοίταξες, γέλασες και μου είπες "Βρε Γιώργο, αφού δεν γίνονται αυτά τα πράγματα και το ξέρεις!" Φυσικά και το ήξερα. Όλα τα ήξερα. Όπως κι εσύ. Από τότε. Πάνε σχεδόν είκοσι πέντε χρόνια.

Ήλθες, άραγε, για να με αποχαιρετήσεις; Ή μήπως απλώς "είδα" αυτό που συνέβαινε ταυτόχρονα εκείνες τις στιγμές; Κανείς δεν ξέρει ποιο απ' τα δύο -ή και τα δύο. Η ουσία είναι ότι εσύ έφυγες από ανάμεσά μας. Πήγες αλλού -από την "άλλη μεριά".

Θα είστε πάλι οι τρεις σας. Δεν μείνατε για πολύ χωριστά. Μόνο που έμεινε κάποιος πίσω μόνος του. Θα το είχες προβλέψει, δεν μπορεί.

Καλή αντάμωση, κορίτσι όμορφο και τόσο ευγενικό. Κορίτσι πραγματικά σπάνιο. Ήσουν από τους λίγους ανθρώπους που ένιωσα και εκτίμησα και σεβάστηκα τόσο βαθιά σε όλη μου τη ζωή.

Καλό Δρόμο.

Κυριακή, 31 Δεκεμβρίου 2017

Εκεί ψηλά στον Υμηττό


Κράτησα βιαστικές σημειώσεις στα πρώτα κομμάτια χαρτί που βρήκα μπροστά μου για όσα πολλά με συνδέουν μαζί του. Είχα ανέβει πάλι στο βουνό, για πολλοστή φορά, και ένιωθα την ίδια γλυκιά και ελεύθερη αίσθηση που με έκανε να θέλω να πετάξω αρχικά χαμηλά πάνω από τις πλαγιές και τις χαράδρες του και μετά να σηκωθώ απότομα ψηλά -όπως τότε, στο όνειρο που ποτέ δεν έμαθα αν ήταν αστρικό ταξίδι ή όχι- και να χαθώ στο σκοτεινό ουρανό με τα εκατομμύρια αστέρια.

Είναι διαρκώς, εδώ και δεκαετίες, δίπλα μου. Στην ουσία ζω στα πόδια του και εδώ φτάνουν οι πρώτες ανάσες του όταν αρχίζουν να κατεβαίνουν προς την πόλη, καλοκαίρι και χειμώνα.


Τους χειμώνες ασπρίζει αρκετές φορές, εκεί, μετά το γύρισμα του χρόνου. Τότε δεν μπορείς να ανέβεις. Λίγο προχωράς και σταματάς. Κατεβαίνεις και κάνεις μερικά βήματα πάνω στο χιόνι και στον πάγο. Άλλες φορές βρέχει δυνατά και ο άνεμος λυσσομανά. Τότε είναι πολύ όμορφα. Νομίζεις πως ο αέρας διαπερνά τα πάντα στο πέρασμά του. Και το καλοκαίρι με την ανυπόφορη ζέστη είναι πάντα ένα σίγουρο καταφύγιο δροσιάς. Ξαπλώνεις στο παγκάκι ή πάνω στο χώμα με τις πεσμένες πευκοβελόνες και νιώθεις από κάτω σου όλη τη γη να ανασαίνει και να βράζει. Η πράσινη ομπρέλα όμως πάνω απ' το κεφάλι σου σε προστατεύει και σε νανουρίζει απαλά.  

Ο Σεφέρης έλεγε πως αρκεί οι Αθηναίοι να σηκώσουν τα μάτια τους μέχρι την κορυφογραμή του Υμηττού για να καταλάβουν τον ορισμό τής ευθείας γραμμής.

Κάποτε θα γίνω σκόνη και θα χαθώ μες στις χαράδρες του και θα φυσάω μαζί με τον αέρα ανάμεσα από τα δέντρα του. Τα πεύκα, τα κυπαρίσσια και τις δυο ελαφοκουμαριές που βρίσκονταν κάποτε στο πίσω μέρος της Μονής Αστερίου -στη στροφή.

Παρασκευή, 22 Δεκεμβρίου 2017

Η πιο βαθιά νύχτα


Απόψε σκέφτομαι όλους εκείνους που κρυώνουν και βρέχονται.

Η ζωή είναι άδικη. Δεν μοιράζεται εξίσου. Αυτή έδωσε την κατεύθυνση στον άνθρωπο να την μιμείται και να αδικεί. Κι εκείνος το βρήκε απόλυτα φυσικό και φυσιολογικό. Όσες προσπάθειες κι άν έκανε για να τ' αλλάξει όλα αυτά έπεσαν στο κενό. Και θα συνεχίσει -για όσο υπάρχει- να είναι άδικη.

Θα έχουν πιάσει γωνιές και υπόστεγα. Θα έχουν μπει σε μεγάλα χαρτόκουτα και κιβώτια και θα έχουν τυλιχτεί με ό,τι βρήκαν μπροστά τους: μια πεταμένη κουβέρτα, περιοδικά, πλαστικά, νάιλον σακούλες. Και φυσικά θα κρυώνουν. Γιατί τίποτα δεν μπορεί να υποκαταστήσει τη θέρμανση και το ζεστό και στεγνό ρούχο.

Και τότε οι άνθρωποι γίνονται ερείπια ή πολύ-πολύ σκληροί. Καταρρέουν με το παραμικρό ή ο κυνισμός τούς διαπερνά σα μέταλλο και τούς τρυπάει πέρα ως πέρα.

Απόψε είναι η πιο βαθιά νύχτα του χρόνου κι εγώ έχω την πολυτέλεια και την άνεση ενός ζεστού σπιτιού και ανθρώπων.

Η ζωή είναι άδικη. Και όλο αυτό το κόκκινο δεν έφτασε, ούτε θα φτάσει ποτέ. Μια χίμαιρα ήταν. Μια ουτοπία.

Λυπάμαι, θλίβομαι. Οι λέξεις δεν φτάνουν. Και θεοί δεν υπήρξαν ποτέ. Άλλη ανοησία κι αυτή...
 

Δευτέρα, 4 Δεκεμβρίου 2017

Μάνος Χατζιδάκις - Μαγεμένος Αυλός


Από το βιβλίο του Λάκη Παπαστάθη
Το καλοκαίρι θα παίξει την Κλυταιμνήστρα


"Θυμάμαι τι έλεγες καθώς φωτιζόσουν αμυδρά από το φως του καφενείου: αυτός ο χώρος έγινε μαγικός επειδή είμαστε εμείς εδώ. Που τρώμε, που πίνουμε καφέδες, που κοιταζόμαστε, που μιλάμε. Αλλιώς δεν θα ’ταν τίποτα.

Την όπερα του Μότσαρτ τότε τη λέγαμε Μαγεμένο Αυλό και όχι Μαγικό όπως σωστά λέγεται σήμερα. Γι’ αυτό και το εστιατόριο όπου σύχναζαν διανοούμενοι, καλλιτέχνες και φιλότεχνοι όλοι το ήξεραν σαν Μαγεμένο Αυλό. Ήταν πασίγνωστο στην Αθήνα για το καλό φαγητό του αλλά κυρίως γιατί τις βραδινές ώρες σύχναζε εκείνος. Έτρωγε συνήθως τορνεντό σωτέ και μετά έπινε τον εσπρέσο του ρίχνοντας μέσα κάτι σαν ζαχαρίνη. Δεν ήταν ποτέ μόνος. Κατέφθαναν σιγά σιγά φίλοι και συνεργάτες που έκαναν έναν κύκλο γύρω του. Συνήθως μόνο άντρες. Μουσικοί, ποιητές, ζωγράφοι, ηθοποιοί, σκηνοθέτες γέμιζαν τις καρέκλες και τις έσερναν κοντά του. Ανάμεσά τους πού και πού και κάποιος νέος άγνωστος, λαϊκό παιδί, που δεν μιλούσε καθόλου. Αυτός καθόταν πάντα δίπλα του και έφευγε μαζί του. Άκουγε τις συζητήσεις χωρίς να πολυκαταλαβαίνει γιατί τα θέματα σχετίζονταν με την τέχνη και τους καλλιτέχνες.

Εκείνος κυριαρχούσε, όλοι κρέμονταν από τα χείλη του. Σαν να ήταν πρύτανης ενός προφορικού πανεπιστημίου του καφενείου, που λειτουργούσε μόνο τις βραδινές ώρες και είχε επιλεγμένους ακροατές. Χωρίς να σ’ το λέει, καταλάβαινες αν ήσουν ευπρόσδεκτος ή όχι. Αν δηλαδή τις δυο-τρεις πρώτες φορές φαινόταν πως ταίριαζες, πως κολλούσες, γινόσουν τακτικός θαμώνας. Σαν να περνούσες από εξετάσεις. Έλεγε αστεία –τρανταζόταν πάντα από το γέλιο μόλις τα τελείωνε, έστω κι αν τα είχε πει δεκάδες φορές– αλλά και πολύ γοητευτικές ιστορίες από τη ζωή του στο θέατρο, τον κινηματογράφο και τη μουσική. Αξιολογούσε και την πνευματική ζωή μ’ έναν πολύ προσωπικό τρόπο.

Αυτές οι συζητήσεις, κάτω από την ψωραλέα ακακία, στο μισοσκόταδο, σαν να είχαν κάτι από τα αρχαία συμπόσια. Ακουγόταν λόγος προφορικός και ελεύθερος που δεν στερεωνόταν με τη γραφή. Εκείνος δεν μιλούσε σαν δοκιμιογράφος, ούτε σαν σοφός, αλλά σαν μουσικός και ποιητής. Οι σκέψεις του είχαν πάντα κάτι ρευστό, συγκινητικό και ερωτικό. Όταν τον άκουγες ενεργοποιούσες το είναι σου για να επωφεληθείς από τα λεγόμενά του.

Κάθε Σάββατο, αργά το βράδυ, ένα γκαρσόνι τού έφερνε τον λογαριασμό της εβδομάδας μέσα σε κλειστό φάκελο. Αυτός τον άνοιγε, κοιτούσε το νούμερο και ξεσπούσε σε γέλια. Μετά άνοιγε το τσαντάκι του, έπαιρνε το μπλοκ επιταγών, έγραφε το νούμερο και υπέγραφε. Επειδή το στυλό του ήταν με μελάνι κουνούσε την επιταγή να αερίζεται για να στεγνώσει. Κάποιοι γνώριζαν πως πλήρωνε μια μικρή περιουσία κάθε εβδομάδα γιατί δεν άφηνε ποτέ κανέναν από την παρέα να πληρώσει ούτε μια δραχμή. Επιπλέον η φροντίδα του για τα γκαρσόνια ήταν πάντα διακριτική και γενναιόδωρη. Γνώριζε την οικογενειακή κατάσταση του καθενός και τους φώναζε πάντα με τα μικρά τους ονόματα.

Δεν ήταν μόνο οι θαμώνες αλλά και οι περαστικοί που για λίγο στα όρθια έλεγαν δυο κουβέντες μαζί του και χάνονταν.

Ο δρόμος μπροστά στον Μαγεμένο Αυλό δεν ήταν πολυσύχναστος κι εύκολα μπορούσες να ξεχωρίσεις τον κάθε περαστικό. Όπως το μηχανάκι με τους δυο καβάλα που σήμερα πηγαινοέρχονταν και κοίταζαν επίμονα.

Η παρέα σκορπούσε τρεις-τέσσερις ώρες μετά τα μεσάνυχτα. Εκείνος πήγαινε με τα πόδια στο σπίτι του που ήταν κοντά.

Ένα βράδυ, όταν ξεκλείδωσε και άνοιξε την πόρτα του διαμερίσματος, δημιουργήθηκε ρεύμα και ο αέρας τον χτύπησε στο πρόσωπο. Άκουσε και το παράθυρο να κλείνει με θόρυβο. Μόλις άναψε το φως τα είδε όλα στο πάτωμα. Τους δίσκους, τα βιβλία, τα συρτάρια του. Από το ράφι έλειπαν το πικάπ και το μαγνητόφωνο. Πλησίασε στο ανοιχτό παράθυρο. Είδε τρεις να απομακρύνονται. Δεν ήταν εύκολη η φυγή τους. Ισορροπούσαν δύσκολα, φορτωμένοι τα λάφυρα, στο στενό περβάζι του διπλανού σπιτιού μεταξύ δευτέρου και τρίτου ορόφου. Με την πλάτη κολλημένη στον τοίχο και με μικρά πλάγια βηματάκια προσπαθούσαν να απομακρυνθούν. Κινδύνευαν να πέσουν γιατί δεν είχαν από πού να πιαστούν. Δεν καλόβλεπε τα πρόσωπά τους αλλά η μία φιγούρα κάτι του θύμιζε. Δεν ήξερε αν έπρεπε να φωνάξει. Το μόνο που ένιωθε ήταν αγωνία μην πάθουν τίποτα. Πώς να τους βοηθήσει; Η φωνή του βγήκε πνιχτά. 

- Προσέξτε… σιγά σιγά, μη φοβάστε…

Οι δύο κατάφεραν να περάσουν στη διπλανή ταράτσα και να εξαφανιστούν. Ο τρίτος δεν μπόρεσε να συνεχίσει και έπεσε.

Τηλεφώνησε αλαφιασμένος να έλθει ασθενοφόρο. Μετά βγήκε τρέχοντας. Κατέβηκε τις σκάλες στα σκοτεινά, κινδυνεύοντας να τσακιστεί. Έφτασε στο φωταγωγό. Τον είδε και πλησίασε. Σφάδαζε, δεν μπορούσε να κουνηθεί.

Τον αναγνώρισε… 

- Παντελή… 

- Με συγχωρείτε, ντρέπομαι. Εγώ τους έφερα, ήξερα πως ήσασταν στο Μαγεμένο Αυλό. 

- Κουράγιο, θα ’ρθει το ασθενοφόρο σε λίγο. Πάω στην πόρτα να τους περιμένω μη χαθούν. Δεν θα ξέρουν πού να χτυπήσουν. Πού να μας βρουν στο φωταγωγό… όλα θα πάνε καλά.

Το ασθενοφόρο ήρθε γρήγορα γιατί διανυκτέρευε ο Ευαγγελισμός που ήταν κοντά. Δύο νοσοκόμοι τον έβαλαν στο φορείο προσεχτικά. Μπήκε κι αυτός μέσα στο αυτοκίνητο και κάθισε δίπλα του.

Στο νοσοκομείο τον πήγαν για ακτινογραφίες. Διαπιστώθηκε κάταγμα στο δεξί του πόδι. Το έβαλαν στο γύψο. Μετά τον μετέφεραν σ’ ένα δωμάτιο με τέσσερα κρεβάτια – οι άλλοι τρεις ασθενείς ροχάλιζαν. Οι γιατροί και οι νοσοκόμοι έκπληκτοι τον αναγνώρισαν και του μίλησαν με μεγάλο σεβασμό. 

- Είναι συγγενής σας; 

- Φίλος. 

- Τι ασφάλεια έχει; ΤΕΒΕ ή ΙΚΑ;

Κοίταξε τον Παντελή που τώρα ένιωθε κάπως καλύτερα. 

- Έχω στο σπίτι το βιβλιάριο του ΙΚΑ. Στο Σκαραμαγκά δουλεύω. Θα τηλεφωνήσω στην αδελφή μου να το φέρει.

Άρχισε σιγά σιγά να ξημερώνει. Κοιτάζονταν για ώρα. 

- Η αστυνομία θα ’ρθει; Θα χάσω τη δουλειά μου.

Αυτός κούνησε το κεφάλι του αρνητικά. 

- Ησύχασε. 

- Θα πω στους άλλους να φέρουν πίσω το μαγνητόφωνο και το πικάπ.

Σταμάτησαν να μιλάνε για λίγο γιατί στο δωμάτιο μπαινόβγαιναν νοσοκόμες που μετέφεραν κάποιον με καροτσάκι. 

- Δεν θα σε ξαναδώ στο νοσοκομείο. Σε λίγες ώρες θα φύγεις. Έχεις λεφτά για το ταξί;

Ο Παντελής κούνησε καταφατικά το κεφάλι του. 

- Να μου τηλεφωνήσεις, ο αριθμός δεν άλλαξε.

Του χάιδεψε βιαστικά τα μαλλιά και βγήκε.

Πρωινή Αθήνα.

Άναψε τσιγάρο χωρίς να χρησιμοποιήσει τη μικρή πίπα που συνήθιζε. Βαθιές ρουφηξιές. Έξω από τον Ευαγγελισμό η ζωή ξυπνούσε. Πολλοί περίμεναν ν’ ανοίξουν οι πόρτες για το επισκεπτήριο ψωνίζοντας κουλούρια, γλυκά και λουλούδια. Άγνωστες εικόνες γι’ αυτόν σε μια ώρα που συνήθως κοιμόταν.

Έφτασε στο Χίλτον. Στάθηκε απέναντι απ’ τη μεγάλη προμετωπίδα που χάραξε πριν χρόνια ο φίλος του. Αυτή την ώρα, με αυτό το φως, τα χαράγματά του έμοιαζαν με αρχαϊκά. Κατηφόρισε τη Βασιλέως Κωνσταντίνου. Σκέφτηκε να στρίψει για καφέ στο Μαγεμένο Αυλό, που σχεδόν δεν έκλεινε ποτέ. Το καφενείο όμως με το πρωινό φως ήταν ένα άλλο καφενείο, άγνωστο σ’ αυτόν.

Μπαίνοντας στο σπίτι κάθισε στο πιάνο. Άρχισε να παίζει. Αργά στην αρχή, πολύ έντονα μετά. Αυτοσχεδίαζε για πολλή ώρα. Ο ίδιος ήταν απολύτως προσηλωμένος, σαν να εκτελούσε με ακρίβεια ένα συγκεκριμένο μουσικό έργο που το είχε μελετήσει για μήνες. Κι ας μην το γνώριζε, κι ας μην το είχε ξανακούσει. Ήταν σίγουρος πως δεν θα μπορούσε να το ξαναπαίξει, πως αναδύθηκε ξαφνικά από μέσα του κι εξαφανίστηκε. Όταν τελείωσε αναρωτήθηκε, όπως όταν ήταν μικρός, από πού έρχεται η μουσική; Και μετά, αφού την ακούσουμε, πού πάει;

Μετά το λαχάνιασμα και την ένταση έπαιξε κάτι αργό, μια δική του σύνθεση, το Βαλς των Χαμένων Ονείρων. Το είχε γράψει πριν από δεκαετίες για μια ελληνική ταινία της σειράς. Την ταινία την ξέχασε, τη μουσική όμως την έπαιζε συχνά, τον συγκινούσε πάντα παρόλο που δεν είχε χορέψει ποτέ στη ζωή του βαλς.

Είχε ζητήσει να ταφεί μακριά από την Αθήνα. Όσο γινόταν πιο απλά. Όταν έφυγε απ’ τη ζωή συνόδευσαν τη σορό του μόνο φίλοι και γνωστοί. Παρά την πανελλήνια συγκίνηση, ο κόσμος σεβάστηκε την επιθυμία του. Όλη η παρέα του Μαγεμένου Αυλού έδωσε το «παρών». Στο τέλος, ένας σαραντάρης με γκρίζους κροτάφους έμεινε μόνος πάνω απ’ τον τάφο με τα λουλούδια δακρυσμένος. Δυο συνομήλικοι που στέκονταν παραδίπλα τού φώναξαν «Έλα, Παντελή, πάμε…»"
 
Από την ιστοσελίδα http://popaganda.gr/mia-istoria-gia-ton-anthropo/
 

Σάββατο, 2 Δεκεμβρίου 2017

Μάνος Χατζιδάκις - Οδός Πανός ΙΙ

Αν και αυτά τα λόγια του έχουν γραφτεί τόσες φορές. Άλλη μία. Επειδή η ζωή δεν είναι μόνο η ανοησία, η κενότητα και η ματαιοδοξία της ανθρώπινης ύπαρξης, που νομίζει πως θα διαιωνίσει το Σύμπαν και θα διαιωνιστεί και η ίδια. Πόσο όμορφο και μαγικό ήταν το ότι ζήσαμε δίπλα του.










περιοδικό Οδός Πανός, Απρίλιος 2004