Τετάρτη, 20 Φεβρουαρίου 2019

Άσε με ήσυχο

Όταν δεν είσαι επιλογή μου ελεύθερη, ενήλικη και αδέσμευτη από καθετί, γιατί πρέπει να σε υπομένω και να σε υφίσταμαι να μου μιλάς συνεχώς για το Εγώ σου; Μόνο από ανάγκη. Και ανάγκη σημαίνει μόνο επιβίωση -τίποτε άλλο. Δηλαδή, να εξαρτώμαι από εσένα διότι, με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο, μου εξασφαλίζεις τα προς το ζην. Κοινώς μου προσφέρεις εργασία -και όχι κάτι έτοιμο προς κατανάλωση. Διαφορετικά, δεν έχω κανένα-μα-κανένα λόγο ακόμη και να ασχολούμαι μαζί σου. Πόσο μάλλον όταν διαπιστώνω πως δεν έχουμε κοινά σημεία πουθενά, όταν η τομή μας είναι το κενό σύνολο -για να χρησιμοποιήσω μια παλιά αλλά τόσο γνώριμή μου γλώσσα, αυτή των μαθηματικών.

Άσε με, λοιπόν, στην ησυχία μου και στις επιλογές της ζωής μου και μην προσπαθείς να μου φορτώνεσαι σαν βρυκόλακας. Α, και, ξέρεις, ε; Δεν τσιμπάω πια με "συναισθήματα", "σχέσεις αίματος", συνήθειες μιας ζωής και τέτοιες θνησιγενείς και ανήλικες ανοησίες. Έχω περάσει πολλά κι έχω καταλάβει ακόμη περισσότερα ώστε εδώ και χρόνια να μη στηρίζω τη ζωή μου πουθενά και σε κανέναν έτοιμο ή ετοιμοπαράδοτο.

Αν δεν μου είχες επιβληθεί από τη ζωή, δεν θα αποτελούσες ποτέ επιλογή μου ως άνθρωπος. Ούτε δεύτερη ματιά δεν θα σου έριχνα. Αν ήταν στο χέρι μου, δεν θα είχαμε καμιά επαφή. Διότι εγώ δεν σε έχω ούτε καν ανάγκη. Ποτέ δεν σε είχα. Και όταν λέω πως δεν είναι στο χέρι μου, εννοώ ότι τη φύση δεν μπορείς να την παλέψεις παρά μόνο με τη φύση. Με κανέναν άλλο τρόπο. Μόνο ο φυσικός τρόπος "διαχωρισμού" δίνει λύση και τέλος σε τέτοιες καταστάσεις. Και κάπως η απόσταση. Αλλά κι αυτή στις μέρες μας καταργείται πολύ εύκολα. Οπότε απομένει μόνο η φύση.

Camel - Spirit of the Water

Στον Δημήτρη τον Βενιζέλο, 
που έχει φύγει εδώ και πολλά χρόνια.
Για ένα υπέροχο βράδυ στην άκρη των νερών της Χαλκίδας του, 
πίνοντας κάποιο μαγικό ποτό που μας είχε προτείνει
ενώ χαϊδεύαμε τα χαλίκια και βρέχαμε τα πόδια στη θάλασσα.
Ήταν όμορφος άνθρωπος ο Δημήτρης.
Πολύ έξυπνος και πολύ ευαίσθητος.
Και μας περίμενε στην Χαλκίδα πάντα με ανοιχτή αγκαλιά.
Και γελάγαμε. Γελάγαμε πολύ.

Spirit of the Water
by Camel
(LP: Moonmadness)

See the lights out on the water
Come and go, to and fro
In the time it takes to find them
You can live, you can die
And nothing stops the river as it goes by
Nothing stops the river as it goes

All alone and all together
Every day, come what may
By the time we find each other
We can live, we can die
And nothing stops the river as it flows by
Nothing stops the river as it goes


Παρασκευή, 1 Φεβρουαρίου 2019

Μπροστά στη φωτιά

Τελικά, τι είδες; Τι κατάλαβες κι εσύ; Τι πρόλαβες να αντιληφθείς και πώς βίωσες τα όνειρά σου -που τόσο πολύ σε καθόρισαν- και πώς το μέλλον σου, κοιτώντας το από κάθε μια στιγμή του παρόντος;

Δε νομίζω να πρόλαβες. Δε νομίζω να κατάλαβες. Θυμάμαι πως, με την πρώτη ευκαιρία, όλα τα έπαιρνε η φωτιά και τα 'καιγε μέχρι να γίνουνε στάχτη. Και είσαι εσύ, εδώ και δεκαπέντε χρόνια, που πάλι μέσα από τη φωτιά και τη στάχτη έρχεσαι τα κρύα βράδια του χειμώνα για να σε ξαναθυμηθώ.


Ο άνθρωπος ίσως δεν είναι η σάρκα του αλλά οι ιδέες, οι αισθήσεις και τα βιώματα, που περνάνε από τη μια γενιά στην άλλη. Μέσα από φίλτρα, ναι. Εξάλλου, δεν υπάρχουν ποτέ δυο ίδια πράγματα. Κι έτσι κατορθώνει και επιβιώνει στο πέρασμα του χρόνου. Σαν να είναι ο ίδιος άνθρωπος πάντα. Σαν να έχει υπάρξει μόνο ένας άνθρωπος στο διάβα των αιώνων και απλώς αλλάζει ονόματα, φυλή, γένος. Γεννιέται και πεθαίνει πάντα ο ίδιος.

Όπως οι μεγάλοι σκηνοθέτες, που, όσες ταινίες κι αν γυρίσουν, στην ουσία πρόκειται πάντα για την ίδια ταινία.

Τρίτη, 22 Ιανουαρίου 2019

Μονόλογοι / Jim Croce - Operator

Να πιάσω πάλι την κιθάρα. Να ξαναπαίξω εκείνα τα δυο πρώτα τραγούδια που θυμάμαι πως μας ένωσαν για πάντα. Εκείνα που τα έχω και σε χειρόγραφά σου. Ακόμα. Και για πάντα. Με τα στρογγυλά, προσεγμένα γραμματάκια σου. Μπλε μελάνι και κόκκινα τα ακόρντα. Μικρά έργα τέχνης, που διέκρινα αμέσως την αξία τους όταν μου τα είχες φέρει. Κι εκεί πάνω, πάνω σ' αυτά τα χαρτιά, δούλεψα για να μάθω τα δύο τραγούδια. Και αυτά συνέχισα να έχω μετά μαζί μου, όλα τα χρόνια, μέσα στα ντοσιέ μου για να τα κοιτάζω και να θυμάμαι τους στίχους την ώρα που τα τραγούδαγα. Ήταν από τα πρώτα πράγματα που μου έδωσες όταν γνωριστήκαμε. Και ήταν ολοδικά σου, φτιαγμένα από σένα. Όπως ήταν τα περισσότερα δωράκια που μου έκανες όλα τα χρόνια -πέραν των βιβλίων. Είτε γραπτά, είτε πήλινα, είτε από άλλα υλικά που κατά καιρούς δούλευες με τα χέρια σου πλάθοντας μικρά κομψοτεχνήματα. Και σκίτσα, πολλά σκίτσα. Τώρα πια τα έχω όλα μαζεμένα σε έναν φάκελο μέσα στο χοντρό βιβλίο της ζωής μου.
Αυτό ήταν το ένα από τα δύο τραγούδια. Αυτή η μικρή ανθρώπινη ιστορία. Αυτή η τόσο συνηθισμένη και μελαγχολική αγάπη. Και το τραγουδήσαμε πάρα πολλές φορές όλα τα χρόνια που ήμασταν μαζί. Και, τραγουδώντας, ανασαίναμε ταυτόχρονα ο ένας μέσα απ' τον άλλον. Σε θυμάμαι, σαν τώρα, στις "στροφές" του τραγουδιού, να με κοιτάζεις και να παίρνεις βαθιές ανάσες. Άραγε, τι είδους ανάσες έπαιρνες εκείνες τις στιγμές; Μήπως έπαιρνες ανάσες ζωής για να αντέχεις; Ξέρω πόσο πολύ με αγαπούσες και με εκτιμούσες -όσο κι εγώ. Αυτά τα πράγματα, σε τέτοιου είδους σχέσεις, δεν γίνεται να μπούνε σε "ζυγαριά". Είναι ανεκτίμητα και αμέτρητα.

Εμένα σήμερα μου έλειψες πάλι. Πάλι σε αναζήτησα, πάλι έτρεξα κοντά στη φωτογραφία μας, από τότε, εκείνο το καλοκαίρι ψηλά στου Ζωγράφου. Σε άγγιξα, σου μίλησα, έτρεξαν τα δάκρυα πάλι. Και, κάθε φορά, όταν έρχομαι και σου μιλάω, νιώθω ότι νικώ τον θάνατο. Γιατί, ΑΝ υπάρχει μία πιθανότητα να υπάρχει κάτι "μετά", τότε ίσως να ξαναβρεθούμε. Και αυτό από τη μια με παρηγορεί και, από την άλλη, μου προσφέρει μια ανεξήγητη και αλλόκοτη ορμή προς τον θάνατο. Για να μάθω αν θα σε ξαναβρώ.


Έρχονται οι άνθρωποι και προστίθενται στη ζωή μας. Συσσωρεύονται ο ένας πάνω στον άλλον. Ο ένας μετά τον άλλον. Και αυξάνεται το μέγα πλήθος. Δεν σε αφήνω να χαθείς μέσα τους. Εσύ υπήρξες μια από τις κορυφαίες στιγμές της ζωής μου. Δεν θα σε αφήσω να σβήσεις ποτέ. Όσο κι αν έρχονται στιγμές που, κουρασμένος και καταπονημένος από τα εγκόσμια, λυγίζω και γονατίζω. Θα σε κρατήσω βαθιά μέσα μου ζωντανό.

Απόψε μου λείπεις πολύ. Και σ' αγαπώ πάντα. Εδώ και τριάντα τρία χρόνια.

Δευτέρα, 21 Ιανουαρίου 2019

Ανθρώπινες αδυναμίες (;)

Όταν πια αποφασίζεις συνειδητά και ελεύθερα να αντιμετωπίσεις τον θάνατο στα ίσα, δεν κάνεις παιδιά. Χωρίς στηρίγματα, χωρίς δεκανίκια.

Κι έτσι, όταν ο σύντροφός σου φύγει από αυτή τη ζωή, μένεις μόνος. Μια ερημιά. Χωρίς αποκούμπι, χωρίς σπίτι, χωρίς ανάσα.

Μια κίνηση είναι να σηκωθείς και να φύγεις μακριά. Σε άλλη πόλη, σε άλλη χώρα, σε άλλη γη. Είδα και κάποιους που έμειναν. Που δεν αποχωρίστηκαν ούτε σπίτι, ούτε τίποτα. Ίσως γιατί πρακτικά δεν είχαν άλλη δυνατότητα. Ναι, μπορεί. Πολύ πιθανό. Και πήραν στους ώμους τους όλη την ερημιά και την μοναξιά του κόσμου. Αυτά σε βαθιές και αληθινές σχέσεις.

Οι υπόλοιποι κάνουν παιδιά για να αντιμετωπίσουν τον θάνατο. Ή, τουλάχιστον, έτσι νομίζουν. Πως τον αντιμετωπίζουν. Ξεγελούν τους εαυτούς τους βλέποντας μέσα από τα παιδιά τους την "συνέχειά" τους. Όσο και να το αρνούνται, και μόνο το γεγονός ότι "έχει το σαγόνι σου" ή "έχει πάρει τα μάτια σου" και διάφορες άλλες τέτοιες καφενειακές ρήσεις χυδαίου και άξεστου κατιναριού αρκούν για να ξεστρατίσεις. Άθλια εγωπάθεια και ναρκισσισμός του ανθρώπινου είδους. Άθλιο επειδή είναι συνειδητό. Ενώ στα ζώα είναι μηχανιστικό και ενστικτώδες.

Γι' αυτό και η παγκόσμια κοινωνία χαρακτηρίζεται από συντηρητισμό και συντηρητικά καθεστώτα. Γι' αυτό υπάρχουν χώρες, κράτη, σύνορα, θρησκείες, ιδεολογίες, πολιτικά συστήματα. Επειδή ο άνθρωπος είναι τόσο φοβισμένος απέναντι στο θάνατο. Γι' αυτό οι άνθρωποι λένε πως "δεν υπάρχει μεγαλύτερος πόνος από την απώλεια του παιδιού σου". Μα, φυσικά. Πώς θα μπορούσε να ήταν διαφορετικά; Αφού κατέστησες κέντρο της ζωής και της ύπαρξής σου το παιδί σου επειδή σε διέλυε ο Μέγας Φόβος. Μιλάμε για το αυταπόδεικτο. Κουταμάρες των ανθρώπων. Αλλά εντελώς ανθρώπινες και κατανοητές κουταμάρες. Της αναπηρίας του.

Αλίμονο. Δεν γεννήθηκαν όλοι οι άνθρωποι με την ελευθερία και την δύναμη να αντέχουν να κοιτάζουν πέρα απ' αυτά. Λίγοι. Ελάχιστοι. Οι υπόλοιποι τρέχουν συντεταγμένοι πίσω από σημαίες κάθε λογής, υφής, χρώματος και περιεχομένου. Άγονται και φέρονται. Ανθρώπινο. Χυδαίοι, αλαζόνες και πρόστυχοι όταν είναι νέοι, οι άνθρωποι καταντάνε σακατεμένοι όταν μεγαλώνουν. Τρέχουν κουτσαίνοντας στα ιαματικά, στις παρελάσεις και στις εκκλησίες. Άλλοι τρέχουν στις τραπεζικές τους θυρίδες και γυαλίζουν το πολύτιμο μέταλλο γλείφοντάς το.

Πόσο τους βαριέμαι όμως. Πάντα τους βαριόμουν. Μικροί και λίγοι. Περιορισμένοι στη μικρή αυλή τους με τα ζαρζαβατικά. Να κυνηγάνε μύγες.

Σάββατο, 19 Ιανουαρίου 2019

The Beatles - Tomorrow Never Knows

TOMORROW NEVER KNOWS
(John Lennon)

Turn off your mind, relax and float downstream
It is not dying, it is not dying

Lay down all thoughts, surrender to the void,
It is shining, it is shining

Yet you may see the meaning of within
It is being, it is being

Love is all and love is everyone
It is knowing, it is knowing

And ignorance and hate mourn the dead
It is believing, it is believing

But listen to the colour of your dreams
It is not leaving, it is not leaving

So play the game "Existence" to the end
Of the beginning, of the beginning


Το τραγούδι είναι κολοσσιαίο από κάθε άποψη. Πρόκειται για -ίσως- το κομβικό σημείο στην πορεία της μουσικής δημιουργίας. Όχι μόνο για τους Beatles αλλά για όλη την σύγχρονη μουσική. Κάθε τομέας, οι στίχοι, η σύνθεση, η εναρμόνιση, η επινόηση και η δημιουργία τεχνητών ήχων και ακολουθιών, η ηχογράφηση και οι απίστευτες -ακόμη και για τα σημερινά δεδομένα- συνθήκες και εμπνεύσεις της και τόσα άλλα.

Το τραγούδι ηχογραφήθηκε τον Απρίλιο του 1966 και, μετά από 53 ολόκληρα χρόνια, ακούγεται να έρχεται από το μέλλον. Κυριολεκτικά. Μόνο μια προσεκτική ανάγνωση του τρόπου σύλληψης και δημιουργίας του μπορεί να αποκαλύψει στον ακροατή τα δυσθεώρητα μεγέθη:

Το ακούω εδώ και κοντά σαράντα χρόνια πια. Συνεχώς μου αποκαλύπτεται.

Κάθε χρόνο του Αγίου Αθανασίου

Δεν την κράταγε τίποτα πια εκεί. Δεν είχε αποκτήσει ούτε δικό της σπίτι, δεν
έκανε ποτέ οικογένεια και -μάλλον- ήταν μόνη της στη ζωή. Το μόνο που είχε ήταν η δουλειά της. Κι έτσι, μετά από εκείνη την τεράστια θεομηνία που τα κατέκαψε όλα στο πέρασμά της, αποφάσισε να φύγει.

Να φύγει μακριά αυτή τη φορά. Αφού, πριν από πολλά χρόνια, είχε φύγει πάλι. Εκείνη τη φορά όμως ήταν σε σχετικά μικρή απόσταση εκτός των τειχών. Είχε εγκαταλείψει μια θέση ακριβώς εντός των τειχών τότε. Αλλά τώρα...τώρα πια έφυγε πραγματικά πολύ μακριά. Εκεί που για να φτάσεις πρέπει να περάσεις θάλασσα. Μεγάλη θάλασσα και μακρινή.

Ναι. Πήγε τελικά σε νησί. Από νησί ήταν η καταγωγή της και τα αγαπούσε τα νησιά από νέα. Το νησί της καταγωγής της ήταν πια σχετικά κοντά σ' αυτό που είχε πάει τώρα -έτσι θα μπορούσε να το φτάνει πιο εύκολα μιας και δεν είχε άλλες υποχρεώσεις για να της εκτρέπουν το πρόγραμμα και η δουλειά της τής πρόσφερε ένα ολόκληρο καλοκαίρι δικό της.

Κι έτσι έφυγε για το νησί με το ηφαίστειο -που, κατά διαβολική σύμπτωση, είναι το πιο αγαπημένο μου νησί. Πολύ μακριά πια. Ακόμη κι αν υπήρχε πάντα μια ελάχιστη πιθανότητα να την έβλεπα, τώρα πια δεν είχε απομείνει καμία.

Αυτή τη χρονιά είχα νιώσει την ανάγκη, είχα τη διάθεση να την δω. Μετά από δεκαοκτώ ολόκληρα χρόνια. Αλλά τελικά, φέτος ήταν που έφυγε.

Έτσι είναι η ζωή. Μια διαρκής αλλαγή. Να μην μένει τίποτα σταθερό. Σαν να κάθεσαι διαρκώς πάνω σε ένα ηφαίστειο.