Δευτέρα, 14 Οκτωβρίου 2019

Μαύρη Πανσέληνος

Έτσι την ονομάζουν την φετεινή πανσέληνο του Οκτωβρίου. Δεν ξέρω γιατί, οι αστρολόγοι τα λένε αυτά. Από αρχαιοτάτων χρόνων, από τους αρχαίους Αιγύπτιους και τους άλλους λαούς της Μέσης Ανατολής, η αστρολογία έπαιζε πολύ σημαντικό ρόλο στη ζωή των ανθρώπων. Όσο κι αν οι επιστήμες της αιτιοκρατικής λογικής την αμφισβητούν και την διακωμωδούν. Αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία.

Εγώ ξέρω πως την τελευταία εβδομάδα πέρασα των παθών μου τον τάραχο όσον αφορά στην ψυχοσωματική μου ισορροπία. Ποια ισορροπία, δηλαδή; Ήταν -και θα δούμε πώς θα εξελιχθεί από αύριο το πρωί- μια από τις πολύ δύσκολες και ανισόρροπες περιόδους μου. Μόλις σήμερα αναρωτήθηκα μήπως είχαμε κάποια πανσέληνο αυτές τις μέρες. Το έψαξα και έτσι έπεσα πάνω στην Μαύρη Πανσέληνο και στα ντράβαλά της.

Σήμερα το βράδυ ολοκληρώθηκε και η αποκατάσταση του πατώματος στον πάνω όροφο. Ήταν μια μικρή κόλαση αυτές οι μέρες με τους μάστορες να δουλεύουν, να τρυπάνε με τροχούς, το σπίτι να είναι γιαπί και η πούδρα της σκόνης -αλλά και τα μικρά μπάζα- να βρίσκονται παντού κι εγώ να πρέπει να δουλεύω.

Το αριστερό μου μάτι κουράστηκε πολύ και βλέπει πανάδες, μιγάκια, κύκλους, τρίχες και άλλα πολλά εμπριμέ. Αύριο στον οπτικό επειγόντως γιατί πρέπει να αλλάξω όλα τα ζευγάρια γυαλιά μου. Και επιπλέον εξέταση αίματος πρωί-πρωί.

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Στο μεταξύ, στο δωμάτιο 208 της Παθολογικής στο νοσοκομείο της Κορίνθου, αυτή τη στιγμή η Ντίνα μπορεί να αφήνει την τελευταία της πνοή. "Μαύρη" η πανσέληνος από παντού.

Κυριακή, 13 Οκτωβρίου 2019

Απ' τ' αεροπλάνο - Κώστας Χατζής / Σώτια Τσώτου

Αυτό το γράφω με αφορμή την άμετρη αγάπη μου να πετάξω από τη μέρα που θυμάμαι τον εαυτό μου. Να πετάξω είτε μόνος μου είτε με αεροπλάνο είτε με διαστημόπλοιο. Με θυμάμαι να ζητάω από τον πατέρα μου να μου βρει "πυραύλους" για να τους δέσω στην πλάτη μου και να πετάξω. Και μίλαγα σοβαρά. Πίστευα πως με κάποιον τρόπο αυτό θα ήταν εφικτό. Βέβαια, σ' αυτό συνέβαλε τα μέγιστα και ο πατέρας μου αφού ποτέ δεν μου αρνήθηκε τίποτα. Και όταν δεν μπορούσε να με ικανοποιήσει, φρόντιζε αυτό που μου εύρισκε να πλησιάζει όσο γινόταν περισσότερο την επιθυμία μου -και φυσικά να προσπαθεί να μου εξηγεί ότι από εκεί και πέρα οτιδήποτε άλλο ήταν πρακτικά ανέφικτο.

Γεννήθηκα λοιπόν με μια ακατάσχετη τάση να πετάξω. Ε, τεράστιο ρόλο έπαιξε η 20ή Ιουλίου του 1969, όταν ολόκληρη η ανθρωπότητα, καθηλωμένη μπροστά στους τηλεοπτικούς δέκτες, παρακολουθούσε την πραγμάτωση μιας -κυριολεκτικά- προαιώνιας επιθυμίας του ανθρώπου: να περπατήσει "στο Φεγγάρι". Συγκλονιστικό από κάθε άποψη, πραγματική και σημειολογική. Το "φεγγαράκι μου λαμπρό", η θεά Σελήνη, La Luna, χιλιάδες συμβολισμοί, ονόματα, χαρακτηριστικά, μύθοι, δοξασίες, η σπορά και ο θερισμός της σοδειάς, η αφθονία των ψαριών στη θάλασσα, λυκάνθρωποι, παλίρροιες, σεισμοί, η σκοτεινή πλευρά, οι κηλίδες, η άλως, η πανσέληνος, η νέα σελήνη, οι εκλείψεις... τι να πρωτοσκεφτώ. Όλα αυτά καταρρίπτονταν, ή μάλλον, κατακτούνταν. Ο άνθρωπος τα ψηλαφούσε με τα δάχτυλά του. Το άβατο είχε πατηθεί.

Αυτή η τάση μου με βοήθησε πολύ να βλέπω στη ζωή μου τα πράγματα από "ψηλά". Ήταν εγγενής τάση. Μ' αυτή γεννήθηκα. Γι' αυτό και όταν, αργότερα στη ζωή μου, οι δαίμονές μου με ζόρισαν -όπως έρχεται κάποια στιγμή για όλους τους ανθρώπους- αυτό που επλήγη άμεσα και καίρια και τρομακτικά ήταν αυτή η τάση μου. Μου κόπηκαν τα πόδια και δεν μπορούσα πια να πετάξω. Έτρεμα και μόνο στην ιδέα ότι θα πετούσα. Έκανα να πετάξω δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια.

Για δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια ένιωθα παγιδευμένος, κολλημένος, κυριολεκτικά τσιμεντωμένος πάνω στη γη. Ήταν όμως αδύνατο να κάνω οτιδήποτε. Ώσπου κάποια μέρα, κατηφορίζοντας προς τα νότια, άνοιξη ήταν, Μάρτιος, σήκωσα τα μάτια μου και κοίταξα προς τον ουρανό. Για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια η ματιά μου καρφώθηκε σε ένα καταγάλανο ξέφωτο ανάμεσα στα σύννεφα. Και αυθόρμητα ανέβηκε στα χείλη μου η φράση: "Θέλω να πετάξω πάλι. Και θα πετάξω".

Όταν άρχισα να καθαρίζω σιγά-σιγά τα μάτια μου, τότε ήλθε η Ψυχανάλυση, που με βοήθησε να καθαρίσω και την ψυχή μου πια και να δέσω καινούργια και πιο γερά φτερά στις πλάτες μου. Και να ξαναπετάξω. Καλύτερα και πιο ελεύθερα από ποτέ. Γιατί τώρα πια πετούσα συνειδητά και με γνώση.

Μόνο οι απελεύθεροι γνωρίζουν και βιώνουν την πραγματική διάσταση της ελευθερίας. Κι εγώ ήμουν πια ένας απελεύθερος.  

Απ' τ' αεροπλάνο

Πολύ με πίκρανες ζωή,
μακριά θα φύγω ένα πρωί,
θ' ανέβω σ' ένα αεροπλάνο
να δω τον κόσμο από κει πάνω

Όταν κοιτάς από ψηλά
μοιάζει η γη με ζωγραφιά
και συ την πήρες σοβαρά
και συ την πήρες σοβαρά

Μοιάζουν τα σπίτια με σπιρτόκουτα,
μοιάζουν μυρμήγκια οι ανθρώποι,
το μεγαλύτερο ανάκτορο
μοιάζει μ' ένα μικρούλι τόπι

Κι όλοι αυτοί που σε πικράνανε
από ψηλά αν τους κοιτάξεις
θα σου φανούν τόσο ασήμαντοι
που στη στιγμή θα τούς ξεχάσεις

Αγαπημένη μου, μην κλαις
πάμε μαζί ψηλά, αν θες
να δεις τη γη απ' τη σελήνη,
ένα φεγγάρι είναι και κείνη

Όταν κοιτάς απο ψηλά
μοιάζει ο κόσμος ζωγραφιά
και συ τον πήρες σοβαρά
και συ τον πήρες σοβαρά

Μοιάζουν οι πύργοι με κουκλόσπιτα
και τα κανόνια με παιχνίδια,
από ψηλά δεν ξεχωρίζουνε
οι ομορφιές και τα στολίδια

Κι ό,τι σε πλήγωσε ή σε θάμπωσε
από ψηλά αν το κοιτάξεις
θα σου φανεί τόσο ασήμαντο
που στη στιγμή θα το ξεχάσεις

Παρασκευή, 11 Οκτωβρίου 2019

Μονόλογοι - στο Γουδί* (όνειρο που ξανάρχεται)


Παλιότερα έβλεπα αρκετά συχνά το ίδιο όνειρο. Περιπλανιόμουν από μπαράκι σε μπαράκι στο Γουδί, στις γειτονιές που άλλοτε παίξαμε παντού, σε κάθε γωνιά και σε κάθε πλατεία και σε κάθε μαγαζί, αναζητώντας δουλειά. Ένα στέκι για να παίζω. Και μάλιστα, για να βιοπορίζομαι, επειδή στο όνειρο αυτό δεν είχα άλλη δουλειά για να βγάζω χρήματα. Έβγαινα τσάρκα τα βράδια και κάθε φορά ανηφόριζα την Γεωργίου Παπανδρέου μέχρι την Ευδήλου, στο πάρκο. Εκεί, στην πίσω μεριά του πάρκου, υπήρχαν κάποια καινούργια στέκια όπου έμπαινα για να ψάξω δουλειά. Μικρά μαγαζάκια, τα θυμάμαι πολύ καλά. Μπαίνοντας βρισκόσουν αμέσως μπροστά στον μακρόστενο πάγκο του μπάρμαν. Λίγα τραπεζάκια στο βάθος δεξιά. Ούτε καταλάβαινα πού θα μπορούσα να στέκομαι για να παίζω αλλά αυτό δεν με ένοιαζε καθόλου. Εγώ ήθελα, χρειαζόμουνα δουλειά.

Αλλά ήμουν μόνος πια. Εσύ είχες φύγει -όπως έχεις φύγει εδώ και δεκατρία χρόνια. Και όλα μου φαίνοταν ξένα κι άγνωστα. Οι άνθρωποι, τα μαγαζιά, η ατμόσφαιρα εκεί μέσα, στους νέους αυτούς χώρους. Αν και οι δρόμοι και οι γειτονιές ήταν οι ίδιες. Οι πρασιές, οι ανηφοριές, οι πλατείες και τα πάρκα. Όλα όπως τα είχαμε γνωρίσει, όπως τα είχαμε ζήσει κι όπως τα είχαμε αφήσει όταν μας χώρισε η μοίρα. Αυτό ακριβώς το αναλλοίωτο σκηνικό μου έδινε την ψευδαίσθηση πως θα μπορούσα να ξαναγυρίσω εκεί και να βρω κάπου να παίζω.

Σε κανα-δυο μαγαζιά μου έταξαν ίσως κάποιο βράδυ δοκιμαστικό. Δεν ξέρω, ίσως με έβλεπαν μεγάλο και άγνωστο και δεν με εμπιστεύονταν. Πού να τους εξηγούσα ότι εμείς οι δυο είχαμε κάποτε γράψει μεγάλη ιστορία σ' εκείνα τα μέρη. Πως απ' όπου κι αν περνάγαμε, μας χαιρετούσαν γνωστοί και άγνωστοι. Οι μαγαζάτορες μας κέρναγαν -είτε σε μπαράκια, είτε σε καφενεία. Στο Center, στου Σωτήρη, στον Surabaya, στο Καφενείο, φυσικά στην Φυγόκεντρο του Αδάμ, και σε τόσα άλλα μέρη. Πού να τα ξέρουν όλα αυτά. Φυσικά και δεν θα μπορούσαν να τα ξέρουν. Και έφευγα πάντα απογοητευμένος ότι κι εκείνο το βράδυ δεν κατάφερα τίποτα. Και επέστρεφα στη φοιτητική μου γκαρσονιέρα με το καζανάκι που έτρεχε και με την λαδομπογιά στους τοίχους της κουζίνας. Έβγαινα στο μπαλκονάκι και ανάσαινα καθαρό αέρα ελπίζοντας πως κάποιο βράδυ κάτι θα γίνει.

Αλλά όλα αυτά είναι πια παλιές ιστορίες.

* Εμείς τότε το γράφαμε με γιώτα.

Παρασκευή, 27 Σεπτεμβρίου 2019

Φθινοπωρινή νύχτα

Πολύ μεγάλη σαχλαμάρα, ρε μάγκα μου, η ζωή έτσι όπως την έκαναν οι άνθρωποι. Καλά την ψυλλιαζόμουν από παιδί. Χρήμα, εξουσίες, έλεγχος των άλλων, βία, θρησκείες, πατρίδες, οικογένειες, εμπόριο σάρκας, ΜΜΕ, ναρκωτικά, όπλα, πόλεμοι, φόνοι. Μια φυλακή με πολλά κελιά.

Κάθομαι συχνά πια και σκέφτομαι πώς θα μπορούσε να ήταν η ζωή χωρίς όλες αυτές τις πληγές που της ρουφάνε το αίμα. Είναι αδύνατον να το προσεγγίσω. Νομίζω για τον καθένα είναι αδύνατον να φανταστεί πώς θα μπορούσε να είναι. Ποιες αρχές, ποιοι άξονες και ποιες γραμμές θα υπήρχαν. Είναι αδιανόητο να σκεφτούμε πώς θα ήταν ένας κόσμος χωρίς αυτόν τον καταστροφικό διαχωρισμό του "καλού" από το "κακό". Κάτι τέτοιο δεν θα ήταν απλώς ανατρεπτικό ή ρηξικέλευθο, ούτε "επαναστατικό". Θα ήταν το ξαναγράψιμο της ιστορίας του πολιτισμού μας.

Όταν -και αν- ο άνθρωπος απαλλαγεί από τα δεσμά με τα οποία τον δένει το στείρο συναίσθημα, τότε ίσως μπορέσει να ανοίξει έναν φεγγίτη στο Χάος.

Πέμπτη, 26 Σεπτεμβρίου 2019

Robert Lanza - What Is It Like After You Die?


The question, “What is it like after you die?” can make you wonder about taking the time to ponder such philosophical babble. You might reply, “The only way to know is when you die.” Not so. You won‘t know any more than you do now. Increasingly, scientists are beginning to realize that an infinite number of realities may exist outside our old classical way of thinking.

The mystery of life and death cannot be examined by visiting the Galapagos or looking through a microscope. Even Einstein realized this isn’t the case.

Our instinctual understanding of reality is the same as most other animals. This came into focus the other day as I strolled though a nearby field, stirring up butterflies and creatures of all shapes and colors. There were wildflowers that were brilliant yellow, some that were red and others that were iridescent purple. This colorful world of up-and-down was the extent of my reality. Of course, to a mouse or a dog, that world of reds, greens and blues didn‘t exist anymore than the ultraviolet and infrared world (experienced by bees and snakes) did for me. In fact, some animals, including birds, possess magnetoreceptors that allow them to perceive information on the quantum level (indeed, some have even speculated that bees perceive a 6-dimensional reality to encode location information).

But regardless of these differences, we genome-based creatures all share a common biological (spatio-temporal) information-processing ability. I‘ve previously written how reality isn‘t a hard, cold thing, but rather an active process that involves our consciousness. According to biocentrism, space and time are simply the tools our mind uses to weave information together into a coherent experience — they are the language of consciousness (in fact, in dreams your mind uses the same algorithms to create a spatio-temporal reality that is as real, 3-D and flesh-and-blood as the one you‘re experiencing now). “It will remain remarkable,” said Nobel physicist Eugene Wigner, referring to a long list of scientific experiments, “that the very study of the external world led to the conclusion that the content of the consciousness is an ultimate reality.”

At death there‘s a break in our linear stream of consciousness, and thus a break in the linear connection of times and places. Indeed, biocentrism suggests it‘s a manifold that leads to all physical possibilities. More and more physicists are beginning to accept the “many-worlds” interpretation of quantum physics, which states that there are an infinite number of universes. Everything that can possibly happen occurs in some universe. Death doesn‘t exist in these scenarios, since all of them exist simultaneously regardless of what happens in any of them. The “me” feeling is just energy operating in the brain. But energy never dies; it cannot be destroyed.

So what‘s it like when you die? Of course, during our lives we all grow attached to the people we know and love and can never image a time without them. I subscribe to Netflix and recently went through all nine seasons of the TV series “Smallville.” I watched two or three episodes every night, day after day, for months. I watched Clark Kent (Tom Welling) grow up and go through all the normal growing pains of adolescence, young love and family dramas. He, Martha Kent (his adoptive mother) and all the other characters became part of my life. Night after night I watched him use his emerging superpowers to fight crime as he matured, first attending high school and then college. I watched him fall in love with Lana Lang (Kristin Kreuk), and then become enemies with his former friend Lex Luthor (Michael Rosenbaum). When I finished the last disk, it was like they had all died — it was all over.

Despite my sense of loss, I reluctantly tried a few other TV series, eventually stumbling upon “Grey‘s Anatomy.” The cycle started over again with completely different people. By the time I had finished all seven seasons, Meredith Grey (Ellen Pompeo) and her fellow doctors at Seattle Grace Hospital had replaced Clark Kent, et. al as the center of my world. I became completely caught up in the swirl of their personal and professional passions. In a very real sense, death is much like finishing a good TV series, whether “Grey‘s Anatomy,” “Smallville” or “Dallas,” except the multiverse has a much bigger collection of DVDs than Netflix. Just like at death, you change reference points. It‘s still you, but you experience different lives, different friends and even different worlds.

Think of a football field full of stacks of DVDs piled up to the sky. At death, you‘ll even get to watch some re-makes — perhaps in one, you‘ll get that dream wedding dress you always wanted, or a doctor cures the disease that caused your loved one to die. The story goes on even after J.R. gets shot. Our linear concept of time means nothing to nature.

As for me, I still have Season Eight of "Grey's Anatomy" to look forward to.


Albert Einstein


"I cannot conceive of a God who rewards and punishes his creatures, or has a will of the kind that we experience in ourselves. Neither can I nor would I want to conceive of an individual that survives his physical death; let feeble souls, from fear or absurd egoism, cherish such thoughts. I am satisfied with the mystery of the eternity of life and with the awareness and a glimpse of the marvelous structure of the existing world, together with the devoted striving to comprehend a portion, be it ever so tiny, of the Reason that manifests itself in nature."—Albert Einstein, ​"The World As I See It."

"I cannot imagine a God who rewards and punishes the objects of his creation, whose purposes are modeled after our own—a God, in short, who is but a reflection of human frailty. Neither can I believe that the individual survives the death of his body, although feeble souls harbor such thoughts through fear or ridiculous egotisms."—Albert Einstein, obituary in New York Times, April 19, 1955.

"I do not believe in immortality of the individual, and I consider ethics to be an exclusively human concern with no superhuman authority behind it."—Albert Einstein, " Albert Einstein: The Human Side," edited by Helen Dukas & Banesh Hoffman.

"A man's ethical behavior should be based effectually on sympathy, education, and social ties and needs; no religious basis is necessary. Man would indeed be in a poor way if he had to be restrained by fear of punishment and hope of reward after death."—Albert Einstein, " Religion and Science," New York Times Magazine, November 9, 1930.

"If people are good only because they fear punishment, and hope for reward, then we are a sorry lot indeed. The further the spiritual evolution of mankind advances, the more certain it seems to me that the path to genuine religiosity does not lie through the fear of life, and the fear of death, and blind faith, but through striving after rational knowledge. Immortality? There are two kinds..."—Albert Einstein, quoted in: "All the Questions You Ever Wanted to Ask American Atheists," by Madalyn Murray O'Hair.

"The mystical trend of our time, which shows itself particularly in the rampant growth of the so-called Theosophy and Spiritualism, is for me no more than a symptom of weakness and confusion. Since our inner experiences consist of reproductions, and combinations of sensory impressions, the concept of a soul without a body seem to me to be empty and devoid of meaning."—Albert Einstein, letter of February 5, 1921.


Πέμπτη, 19 Σεπτεμβρίου 2019

Το πιο ωραίο της ζωής μου ταξείδιον IV - Μια μέρα μόνο


Και -ως δια μαγείας- η ψυχανάλυση έλυσε τον γόρδιο δεσμό ως άλλος Αλέξανδρος. Μια μέρα μόνο
κράτησε ο Αρμαγεδδώνας. Και μετά έληξε. Ο ύπνος υπήρξε πάντα ο απόλυτος σύντροφος της ανάλυσης όλα αυτά τα χρόνια. (Φυσικά, εννοείται πως η ζωή μου μού δίνει την δυνατότητα/πολυτέλεια να την ρυθμίζω κατα το δοκούν. Αλλά δεν μου χαρίστηκε. Το πάλεψα και το έφτιαξα ακριβώς για να μπορώ να έχω αυτές τις πολυτέλειες.)

Η επόμενη μέρα -η χθεσινή- με βρήκε ελαφρύ φτερό καβάλα σ' ένα σύννεφο να ατενίζω τον γαλάζιο ουρανό που λατρεύω.

Σήμερα πια τα έχω ξεχάσει όλα. Η δουλειά έγινε μόνη της. Όπως πάντα.