Σάββατο, 7 Ιουλίου 2018

Μια άγρια πραγματικότητα από τον πόλεμο στην Μέση Ανατολή


Την τελευταία φορά που ο Ζαχίρ Άχμαντ Ζιντάνι νόμιζε πως μπορούσε ακόμα να δει, ήταν 17 ετών, ξαπλωμένος σε ένα κρεβάτι νοσοκομείου, με το κορμί του ρημαγμένο, γεμάτο θραύσματα μιας βόμβας που είχαν τοποθετήσει οι Ταλιμπάν. Ζήτησε από τον γιατρό να του δώσει έναν καθρέφτη. «Ο γιατρός μου αποκρίθηκε: Γιε μου, δεν έχεις μάτια, πώς θα δεις τα μάτια σου;», αφηγείται ο Ζιντάνι. «Σήκωσα το χέρι μου και ψηλάφισα τα μάτια μου. Έπιασα μόνο στάχτη από τη φωτιά, τίποτ’ άλλο», προσθέτει. 

Αυτό συνέβη πριν από πέντε χρόνια. Η αντιμετώπιση της πραγματικότητας, της τυφλότητάς του, τον γέμισε θλίψη, πριν συνειδητοποιήσει κάτι άλλο, που του έκοψε την ανάσα: Το να προχωρήσει η σχέση του με το κορίτσι που αγαπούσε από παιδί ήταν ήδη δύσκολο, επειδή η οικογένειά της δεν τον θεωρούσε άξιο. Πλέον, ήταν καταδικασμένος. «Αν είχα χάσει τα μάτια μου αλλά είχα το χέρι της, θα ήμουν ευτυχισμένος», λέει. «Όμως τώρα πια δεν έχω ούτε μάτια, ούτε εκείνη». 

Ο Ζιντάνι είναι ένας από τους ανθρώπους που πρωτοστάτησαν για να γίνει η πορεία για την ειρήνη, που έφθασε στην Καμπούλ, την πρωτεύουσα του Αφγανιστάν, τον Ιούνιο, έπειτα από μια διαδρομή σχεδόν 40 ημερών και 640 χιλιομέτρων από τον νότο, εν μέσω της αφόρητης καλοκαιρινής ζέστης, διαμέσου περιοχών όπου ο πόλεμος μαίνεται. Η πορεία ήταν ο μόνος τρόπος που είχε να διαμαρτυρηθεί εναντίον ενός πολέμου που μέχρι τώρα κατάπιε τον πατέρα του, τον θείο του, την αδελφή του, τα μάτια του -και τον έρωτά του. 

Ο Ζιντάνι, 22 ετών σήμερα, είναι αναλφάβητος. Κι όμως, είναι ποιητής. Στο σπίτι του, έχει πενήντα σελίδες με ποιήματα που έχει υπαγορεύσει στα αδέλφια του. Ανάμεσά τους, δυο γραμμές: Ακόμη κι αφού πέθανα, τα μάτια μου δεν έκλεισαν· περιμένοντας εσένα, απέμεινα να κοιτάω την πόρτα. 

Όταν ήταν επτά ετών, η οικογένειά του ζούσε στη Γκερέσκ, στην επαρχία Χελμάντ. Καλλιεργούσε παπαρούνες–την πρώτη ύλη για την παραγωγή του οπίου–σιτηρά, σταφύλια, σε χωράφια κατά μήκος ενός αυτοκινητόδρομου που χρησιμοποιούσαν τα στρατεύματα της συμμαχίας για να εφοδιάζουν τις μονάδες που έδιναν μάχες στην περιοχή που ήταν η γη των Ταλιμπάν.
Μια μέρα, ένας πατέρας κι ένας γιος, ενώ ετοίμαζαν τα χωράφια για μια δεύτερη σπορά -κρεμμύδια- έγιναν στόχος ενός αμερικανικού αεροσκάφους, αφηγείται ο Ζιντάνι. «Δεν βρήκαμε τίποτα, δεν είχε απομείνει τίποτα από αυτούς, ούτε καν αίμα», λέει. «Υπήρχε μόνο ένας μεγάλος κρατήρας και σκόνη».

Ο πατέρας του, ο Γουλάμ Ουάλι, ήταν 29 χρονών όταν σκοτώθηκε.
Μετά το αεροπορικό πλήγμα, η οικογένεια του Ζιντάνι μετακόμισε στην Κανταχάρ, κοντά σε μακρινούς τους συγγενείς, που είχαν μια μικρή κόρη. Ήταν 7 ετών, όπως κι εκείνος. Τα παιδιά ήταν συχνά μαζί. Έπαιζαν κρυφτό κι ο Ζιντάνι κρυβόταν μαζί της. «Μου άρεσε το πώς μίλαγε, πώς περπάταγε, το άρωμά της, τα πάντα. Όπου πήγαινε, βρισκόμουν κι εγώ. Δεν ξέρω πώς, απλώς κατέληγα εκεί».

Καθώς μεγάλωναν κι έρχονταν πιο κοντά, η εναπομείνασα οικογένεια του Ζιντάνι μετακόμισε σε άλλη γειτονιά, όπου έγινε βοηθός μηχανικού. Αλλά κάθε φορά που η μητέρα του πήγαινε επίσκεψη στους συγγενείς, τη συνόδευε, για να δει τη φίλη του.

Πώς ξέρει ότι ήταν έρωτας; Ήταν 12 ετών οι δυο τους. Βάδιζαν προς ένα μαγαζί. «Θυμάμαι ότι πήρα το χέρι της στο δικό μου», λέει. Έκανε κι εκείνη το ίδιο, και έβγαλαν ένα γελάκι. Η μητέρα του κοριτσιού τους είχε καταλάβει, συνεχίζει ο Ζιντάνι. «Ό,τι θέλει η μοίρα της», θυμάται πως είχε πει χαμογελώντας.

Αλλά αυτό δεν σημαίνει και πολλά στο Αφγανιστάν, όπου χρειάζεται η άδεια του πατέρα για να παντρευτεί η κόρη. Ο πατέρας, από πλούσια οικογένεια, δεν θεωρούσε τον νεαρό άξιο για την κόρη του. Όμως ο Ζιντάνι δεν έχανε τις ελπίδες του, διότι είχε ένα κρυφό χαρτί στα χέρια του: την καρδιά της. Το κορίτσι τον αγαπούσε.

Όλα άλλαξαν όταν έχασε τα μάτια του. Το προηγούμενο βράδυ, ο Ζιντάνι αγόρασε δύο εισιτήρια για το λεωφορείο που πήγαινε στην Κανταχάρ. Πριν από τα ξημερώματα, ο ίδιος και η αδελφή του Αχμάντια, 15 χρονών, έφυγαν για να επισκεφθούν συγγενείς τους στην επαρχία Χεράτ. Είχαν στενή σχέση: εκείνη γνώριζε καλά το μυστικό του, συχνά μετέφερε μηνύματά του στην αγαπημένη του. Κάθονταν στην τέταρτη σειρά, απέναντι από τον οδηγό, θυμάται ο Ζιντάνι. Το λεωφορείο έπεσε σε βόμβα που είχαν τοποθετήσει οι Ταλιμπάν στην άκρη του δρόμου. Θυμάται πως όλα γύρω του καίγονταν. Κάποιος, δεν ξέρει αν ήταν ο ίδιος ή η αδελφή του, φώναζε το όνομα της μητέρας του. Η Αχμάντια δεν επέζησε. «Όταν με πήγαν στο νοσοκομείο, θυμάμαι πως την καλούσα», λέει ο Ζιντάνι. «Κανένας δεν έβγαζε μιλιά».

Μετά την έκρηξη της βόμβας, η οικογένεια της αγαπημένης του ξεκαθάρισε την αντίθεσή της στον έρωτά τους. Όχι μόνο ήταν από άλλη επαρχία κι από άλλη φυλή, ήταν πλέον τυφλός, δεν μπορούσε να συντηρήσει οικογένεια. Την πάντρεψαν. Έχει σήμερα αποκτήσει ένα παιδί, λέει ο Ζιντάνι. Μερικές φορές μιλάνε κρυφά στο τηλέφωνο.

Οι εικόνες δεν είναι κάτι που ανήκει στον παρελθόν για τον Ζιντάνι. Έχουν υπόσταση, μεγαλώνουν, τον κρατούν απασχολημένο. «Στο μυαλό μου, βρίσκομαι σε ένα μέρος όπου δεν υπάρχει κανένας άλλος. Περπατάω, μόνος, ξεκινάω από την αρχή ενός ποιήματος ως το τέλος ενός άλλου. Και συνεχίζω να περπατάω. Υπάρχουν φορές που μέσα στο μυαλό μου την έκανα δική μου, που μέσα στο μυαλό μου φτάσαμε πάρα πολύ μακριά». Κάνει παύση. «Και τότε, όπως λένε, «όταν σήκωσα το κεφάλι μου, δεν ήμουν τίποτα»».

Παλεύει με την ερώτηση αν ένας ανεκπλήρωτος έρωτας είναι καλύτερος από το να μην αγαπούσε ποτέ. «Δεν έχω απάντηση», παραδέχεται.

Παρηγοριά του τώρα πια η ποίηση, οι εικόνες στο μυαλό του -και το όνειρο ότι κάποια μέρα στη χώρα του θα υπάρξει ειρήνη.

Mujib Mashal

Πηγή: Left από ΑΠΕ-ΜΠΕ και The New York Times

Εγώ το πήρα από την ιστοσελίδα commonality.gr: https://commonality.gr/o-polemos-toy-pire-tin-oikogeneia-toy-ta-matia-toy-kai-ton-erota-toy/
 

Παρασκευή, 6 Ιουλίου 2018

Δουλεύω


Στη ζωή μου έχω δουλέψει -και δουλεύω- πολύ. Πάρα πολύ. Τώρα ακόμη περισσότερο από ποτέ. Αν το σκεφτώ σε ώρες, μέχρι στιγμής έχω δουλέψει σίγουρα πάνω από μιάμιση φορά από όσες ώρες έχει δουλέψει ένας δημόσιος υπάλληλος του οκταώρου με τα ίδια χρόνια εργασίας. Χιλιάδες ώρες. Ατελείωτες ώρες σερί. Μέχρι και δεκαπέντε ώρες πάρα πολλές φορές. Με μικρά διαλείμματα λίγων λεπτών μόνο και μερικών ωρών ύπνου.

Αυτό τα τελευταία είκοσι χρόνια. Αλλά και τα πρώτα δέκα δούλεψα. Δύσκολα και ανάποδα ωράρια, που σε έκαναν να ξεχνάς τη μέρα και το φως του ήλιου. Δουλειά ήταν κι εκείνη. Απλώς ήταν περιβεβλημένη με λούστρο και ξιπασιά. Αλλά έτσι είναι η ζωή. Ψάχνει το δρόμο της στα τυφλά. Τη νύχτα.

Η δουλειά πάντα μου άρεσε. Με κατανάλωνε και την κατανάλωνα απελπισμένα και δίχως έλεος. Την αποζητούσα. Ήταν και είναι πάντα μια μεγάλη διέξοδος για όλα. Βέβαια, πάνω απ' όλα είναι η κάλυψη των αναγκών. Του ζην και του ευ ζην. Θεμιτά και πολύτιμα και τα δύο. Και δεν θέλησα να θυσιάσω ποτέ το ευ ζην μου -όταν μπορούσα να το έχω.

Είχα πάντα την άποψη πως όποιος δεν εργάζεται, όποιος δεν προσφέρει έργο στον κόσμο που ζει, είναι άχρηστος και περιττός. Ακόμη το πιστεύω. Πρέπει κανείς να εργάζεται για να αποδίδει την εργασία του στο σύνολο. Έτσι ώστε κι αυτός να μπορεί να εισπράττει, να απολαμβάνει το προϊόν της εργασίας των άλλων. Αλλιώς ο κύκλος της ενέργειας και η ισορροπία της χάνονται. Σπάει η αλυσίδα και τα πράγματα αρχίζουν και γέρνουν επικίνδυνα προς μια μεριά και ξεκινούν τα κοινωνικά προβλήματα. Όχι πως αλλιώς δεν υπάρχουν, αλλά τα σκηνικά είναι διαφορετικά.

Όποιος δεν εργάζεται, δεν μπορεί καθόλου εύκολα να συναισθανθεί. Μπορεί να έχει όλη την καλή πρόθεση, μπορεί να το εννοεί, μπορεί να συνεπαίρνεται, αλλά ποτέ δεν μπορεί να καταλάβει τι σημαίνει η δουλειά κάποιου που εργάζεται. Ποτέ. Ο άνθρωπος, αυτή η ματαιότητα της φύσης, δεν μπορεί να μην παράγει έργο. Από τη στιγμή που ο ίδιος, το σώμα του, είναι ένα εργοστάσιο παραγωγής, το οφείλει.

Πέμπτη, 5 Ιουλίου 2018

Μονόλογοι (πια)

Σε θυμάμαι όλο και πιο σπάνια. Το αραχνοΰφαντο πέπλο του Χρόνου έχει πέσει πια για τα καλά γύρω και μέσα μου. Απομακρύνεσαι και χάνεσαι, σβήνεις ολότελα μέσα στο σπιράλ που μας καταπίνει όλους. Καμιά φορά βρίσκεται μια χαραμάδα και από εκεί μέσα αχνοφαίνεται κάτι αμυδρά. Αλλά με εκείνη την αδυναμία του φωτός που ξεψυχάει και διαλύεται στο Τίποτα.

Δεν ξέρω αν νιώθω κάτι πια. Σαν να μην υπήρξε ποτέ. Σαν να μην υπήρξες ποτέ.
I cannot remember "times we used to know".

Σήμερα έστησα συνειδητά τα σκηνικά από την αρχή. Την μουσική, τις φωτογραφίες, τις μνήμες των ήχων και των οσμών. Αλλά και πάλι νομίζω πως δεν σε βρίσκω πουθενά.

Αυτό είναι ο Χρόνος;


Παρασκευή, 15 Ιουνίου 2018

Niccolo Paganini - Caprice No. 24 / Jascha Heifetz


Είναι ένα από τα ομορφότερα και πληρέστερα πράγματα που έχω ακούσει στη ζωή μου. Και, φυσικά, το βιολί του Heifetz...

Δεν χωράνε κουβέντες. Ούτε κριτικές, ούτε αναλύσεις.

Στιγμές κατά τις οποίες ο άνθρωπος αγγίζει τα όριά του σε κάθε επίπεδο -ορατό και αόρατο.



Τρίτη, 12 Ιουνίου 2018

Fleetwood Mac - The Chain



Από μια πραγματικά πολύ σπουδαία δουλειά που είχα την τύχη να ακούσω από πολύ νωρίς -λίγο αφότου κυκλοφόρησε, αφού είχα έναν φίλο που είχε πάρε-δώσε με την Αμερική. Μια δουλειά γεμάτη -κυριολεκτικά- επικά τραγούδια, που μόνο τραγούδια δεν μπορείς να τα χαρακτηρίσεις, αλλά δημιουργίες. Πολλές αλήθειες μέσα τους. Πολλές. 

The Chain

Listen to the wind blow
Watch the sun rise
Running in the shadows
Damn your love
Damn your lies
 
And if you don't love me now
You will never love me again
I can still hear you saying
You would never break the chain

Listen to the wind blow
Down comes the night
Running in the shadows
Damn your love
Damn your lies

 Break the silence
Damn the dark
Damn the light

 And if you don't love me now
You will never love me again
I can still hear you saying
You would never break the chain

Chain, keep us together
Running in the shadows



Σάββατο, 2 Ιουνίου 2018

Μάνος Χατζιδάκις / Clifton Nivison - Dedication



Dedication

Feels like I'm getting older
I'm not afraid
although I'm worlds apart from yesterday
and yet I can't believe,
I'm old enough today
to be in love and feel in love
and see if love is the way

I don't need fancy places
to spend the time
I'm happy just to be here
with you tonight
and yet I'm not so sure
the time is really right
to be in love and feel in love
and see if love is all right

And you will sing
as long as there's a song
the feeling's never gone
it was the first time to be in love

Maybe tomorrow I'll never sing again
but I'll remember when
it was the first time to be in love...

The picture's slowly fading
and now it's gone
the letters we remember are old and torn
and although the time has passed
the memory lingers on
to be in love and feel in love
and know when love is gone

Τετάρτη, 30 Μαΐου 2018

Μαρόκο, καλοκαίρι 1998


Πριν από είκοσι ακριβώς χρόνια ταξίδεψα στο Μαρόκο. Για είκοσι τρεις μέρες, μαζί με την τότε σύντροφό μου. Φτάσαμε στο αεροδρόμιο της Καζαμπλάνκα μέσω Μάλτας. Μόλις φτάσαμε, νοικιάσαμε αυτοκίνητο και το επιστρέψαμε στο αεροδρόμιο μετά από είκοσι τρεις μέρες, αφού πρώτα ταξιδέψαμε στο μεγαλύτερο μέρος της χώρας παρέα μόνο με το οδηγό της Lonely Planet. Μέναμε σε μικρούς ξενώνες ή σε δωμάτια, που τα βρίσκαμε επί τόπου μόλις φτάναμε κάπου. Τα ξενοδοχεία ήταν ακριβά και έπρεπε να εξοικονομούμε χρήματα για να παρατείνουμε το ταξίδι μας. Τις νύχτες πλέναμε τα σεντόνια μας και τα απλώναμε μέσα στο δωμάτιο για να στεγνώσουν. Βλέπαμε το νερό να εξατμίζεται -τόση ζέστη είχε. Ζήσαμε θερμοκρασίες αρκετά πάνω από πενήντα βαθμούς. Τρώγαμε τα πάντα -ό,τι έτρωγαν και οι ντόπιοι. Ήταν μαγικά. Ήταν το ταξίδι της ζωής μου. Δεν γίνεται να περιγράψω τι εμπειρίες είχαμε. Δεν χωράνε εδώ. Ερωτεύθηκα τη χώρα, τους ανθρώπους και τα μέρη της. Γνώρισα και την ομορφότερη πόλη που έχω δει ποτέ μου. Την Essaouira, στις ακτές του Ατλαντικού. Γυρίσαμε γεμάτοι άμμο, μέσα κι έξω. Μαυρισμένοι και γελαστοί, θυμίζοντας μάλλον Μαροκινούς παρά Έλληνες.